30/10/2020

«Τα Νέγρικα» (1966): Αυτή είναι η ιστορία του πιο προχωρημένου έργου του Μάνου Λοΐζου

Συμπληρώνονται σήμερα 38 χρόνια από τότε που πέθανε ο συνθέτης και τραγουδοποιός Μάνος Λοΐζος (1937-1982), ένας άνθρωπος που έγραψε μερικά από τα πιο σημαντικά και πιο ωραία ελληνικά τραγούδια, από την δεκαετία του ’60 και μετά. Ήταν μόλις 45 ετών, όταν έφυγε από τη ζωή.   Εξαιρετικός μελωδός, καίριος στιχουργός, απολύτως πειστικός, σχεδόν σπαραχτικός ως τραγουδιστής (όποτε αποφάσιζε να πει ο ίδιος τα τραγούδια του), μ’ ένα τελείως ανοιχτό πνεύμα όσον αφορά στις ενορχηστρώσεις του – ίσως το πιο ανοιχτό της γενιάς του, μαζί με τον Σταύρο Ξαρχάκο.   Τα τραγούδια του Μάνου Λοΐζου δεν είναι απλώς πασίγνωστα σε όλους μας είναι και αθάνατα, καθότι συνεχώς θα ακούγονται, πάντα και παντού, χωρίς ποτέ να χάνουν την αξία τους.

Μέσα σ’ αυτά, μέσα σ’ αυτούς τούς όχι και τόσο πολλούς μεγάλους δίσκους του, υπάρχουν και «Τα Νέγρικα», ένας κύκλος τραγουδιών πολύ ιδιαίτερης και ξεχωριστής σημασίας.   O Μάνος Λοΐζος λοιπόν τι το απίστευτο, ρηξικέλευθο και επαναστατικό κάνει εκείνη την εποχή; Ενώνει σ’ ένα σώμα, για πρώτη φορά στον τόπο μας, το έντεχνο λαϊκό τραγούδι με το ροκ!

Αρκετοί έχουμε ακούσει για την προδικτατορική περιπέτεια των «Νέγρικων», ενός μουσικού έργου του Μάνου Λοΐζου σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη (1930-1991), που εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση (Δεκέμβριος 1975), αλλά εδώ θα γράψουμε λεπτομέρειες.   Πότε είχαν παρουσιαστεί για πρώτη φορά «Τα Νέγρικα»;   Στο βιβλίο Μάνος Λοΐζος / απ’ τη μνήμη στην καρδιά (2012) των εκδόσεων Μετρονόμος (σε επιμέλεια Θανάση Συλιβού) καταγράφεται μια συνέντευξη του Μάνου Λοΐζου στον Δημήτρη Γκιώνη, για την τότε εφημερίδα της αριστεράς Δημοκρατική Αλλαγή (Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 1966).   Στην αρχή ο Δ. Γκιώνης γράφει:

«Όταν την περασμένη Δευτέρα το βράδυ άνοιξε η αυλαία του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς, το κοινό που είχε κατακλύσει την πλατεία και τους εξώστες τα ‘χασε: ορχήστρα γε-γε σε λαϊκή συναυλία; Μήπως είχε γίνει λάθος; (σ.σ. Είναι λογικό να υποθέσουμε πως η «περασμένη Δευτέρα» πρέπει να ήταν η 19η Δεκεμβρίου και όχι η 26η, επειδή η ύλη για το φύλλο της Τρίτης 27 Δεκεμβρίου είχε παραδοθεί νωρίτερα). Απορία, έκπληξη, και σε μερικούς μικρό σοκ. Ώσπου εμφανίζεται ο Μάνος Λοΐζος με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Γιώργο Ζωγράφο και αρχίζει η εκτέλεση της νέας σειράς τραγουδιών του συνθέτη Νέγρικα, πάνω σε 10 ποιήματα του Γιάννη Νεγρεπόντη. Τα πρώτα συναισθήματα διαδέχτηκε μια γενική ικανοποίηση που δεν άργησε να γίνει ενθουσιασμός. Παρουσιασμένα σ’ ένα ιδανικό ζευγάρωμα, τα θετικά στοιχεία των δύο αντιμαχομένων μέχρι τότε παρατάξεων –λαϊκών συνθετών και γε-γε– δημιούργησαν ένα σύνολο που ασφαλώς ανοίγει καινούργιους δρόμους».

Ο Δ. Γκιώνης το έθετε σωστά. Στα μέσα του ’60 οι δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις του τραγουδιού μας, ήταν το λαϊκό τραγούδι από τη μια μεριά, κυρίως αυτό που σήμερα ονομάζουμε «έντεχνο» και το μοντέρνο τραγούδι από την άλλη, αυτό που τότε το έλεγαν ποπ, και που σήμερα θα μπορούσε να το αποκαλέσουμε ακόμη και ροκ, το δυτικότροπο τέλος πάντων, το αμερικανόφερτο σε κάθε περίπτωση τραγούδι.

Αυτός ο διαχωρισμός δεν λειτουργούσε μόνο στο αισθητικό επίπεδο, αλλά λειτουργούσε και στο πολιτικό-κοινωνικό. Καθότι το «έντεχνο» ήταν το τραγούδι με το οποίο εκφραζόταν η αριστερά της εποχής, χοντρικώς, μέσω των συνθετών της Μίκη Θεοδωράκη, Χρήστου Λεοντή, Μάνου Λοΐζου κ.ά. (ακόμη και τα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου εξέφραζαν τις ίδιες λαϊκές αγωνίες του φτωχού και κυνηγημένου Έλληνα), ενώ το «μοντέρνο» (ελληνικό ή ξένο) ήταν το τραγούδι της νεολαίας, στο οποίο θα κολλάγαμε την ταμπέλα του «δεξιού», όχι γιατί ήταν αμερικανόφερτο σώνει και καλά, αλλά γιατί τότε, στη χώρα, το διαχειριζόταν η δεξιά και η ακροδεξιά, αποκόβοντας όλα τα προοδευτικά χαρακτηριστικά του (όταν άρχιζε να αποκτά τέτοια, μέσω του Bob Dylan και άλλων, μετά τις αρχές του ’65).

Ένα μόνο θα πούμε, τώρα, εδώ. Ο Θανάσης Τσόγκας, ο εκδότης του πιο γνωστού και πιο παρεμβατικού μοντέρνου μουσικού περιοδικού της εποχής, των Μοντέρνων Ρυθμών, είχε μακρά θητεία στον αντικομμουνισμό, που ξεκινούσε από τα πρώτα εμφυλιοπολεμικά χρόνια, γράφοντας σε ακροδεξιά περιοδικά κατάπτυστα κείμενα του τύπου «Μακρόνησος: Η εθνική κολυμβήθρα του Σιλωάμ / εκεί που τα παραπλανημένα Ελληνόπουλα ξαναβρίσκουν τον δρόμον της τιμής» (Στρατιωτική και Ναυτική Ηχώ, όργανον εθνικής κρατικής & κοινωνικής αναδημιουργίας, τεύχος 33, Ιούνιος 1948).   Φυσικά, όταν δόθηκε η ευκαιρία στον Τσόγκα, όταν ετέθη τέτοιο θέμα, να γλείψει το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου, δεν παρέλειψε να θυμηθεί το εθνικιστικό παρελθόν του, προβάλλοντας ασμένως απίστευτα λογύδρια και μέσα από τους απολίτικους δήθεν Μοντέρνους Ρυθμούς. Διαβάστε:

«Ο κόσμος των τηναίητζερς, επαναλαμβάνουμε, ουδεμία σχέσι έχει με τον κόσμο των ακούρευτων Μπήτνικς και τους τέντυ μπόυς. Είναι γνήσια Ελληνόπουλα που θέλουν να νοιώσουν την χαρά της ζωής και ξέρουν ότι τώρα που ανέλαβε την διακυβέρνησι της χώρας μας ο Εθνικός μας Στρατός και υπάρχει η Εθνική Κυβέρνησι της 21ης Απριλίου, θα δημιουργηθή και το αληθινό χαρούμενο Ελληνικό τραγούδι, που θα το αγαπήσουν όσο αγαπούν την όμορφη γαλανή Πατρίδα μας, την αιωνία Ελλάδα». (Μοντέρνοι Ρυθμοί, #80, 10 Μαΐου 1967)

Οι Μάνος Λοΐζος, Μαρία Φαραντούρη και Γιώργος Μούτσιος στην παρουσίαση των «Νέγρικων» τον Φεβρουάριο του 1967. Πηγή: «Μάνος Λοΐζος / απ’ τη μνήμη στην καρδιά» [Μετρονόμος, 2012] 

O Μάνος Λοΐζος λοιπόν τι το απίστευτο, ρηξικέλευθο και επαναστατικό κάνει εκείνη την εποχή; Ενώνει σ’ ένα σώμα, για πρώτη φορά στον τόπο μας, το έντεχνο λαϊκό τραγούδι με το ροκ!   Αδιαφορεί δηλαδή για το γεγονός πως το μοντέρνο τραγούδι το είχε επ’ ώμου η δεξιά, ως ένα δυτικό προϊόν του «ελεύθερου κόσμου», που μας ερχόταν πεσκέσι μέσω του θείου-Σαμ και που έπρεπε με κάθε τρόπο να διαδοθεί στη νεολαία (όπως και συνέβη μέσα από την αμερικάνικη στρατιωτική μηχανή, τις ταινίες, το ραδιόφωνο, τους δίσκους κ.λπ.), αποφασίζοντας (ο Λοΐζος) να το εκμεταλλευθεί, με τη σωστότερη των εννοιών, καθώς μ’ αυτό διασκέδαζε, χόρευε και εκστασιαζόταν η νεολαία, φορτώνοντάς το με προοδευτικά μηνύματα!   Όπως είχε πει και ο ίδιος σ’ εκείνη την συνέντευξή του στην Δημοκρατική Αλλαγή:

«Για μένα η μουσική είναι μέσον. Τα εκφραστικά μέσα πηγάζουν από αυτό που θέλω να πω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση των ‘Νέγρικων’ χρησιμοποίησα για πρώτη φορά ηλεκτρικές κιθάρες και όργανο στην ορχήστρα μου, όπως και ρυθμό σέικ, μποστέλα κ.ά. Για μένα το φαινόμενο γε-γε είναι φαινόμενο που καθρεφτίζει την εποχή μας. Το σέικ δεν έχει καμμιά σχέση με το τσα-τσα ή το μάμπο – ρυθμούς μάλλον αισθησιακούς. Οι σύγχρονοι ρυθμοί (σέικ) είναι ρυθμοί διαμαρτυρίας, μοναξιάς και αυτοβασανισμού. Και η ποίηση των ‘Νέγρικων’ με οδήγησε σ’ αυτούς γιατί τα θέματά τους μιλάνε για αδικία και εκμετάλλευση – προβλήματα που έχουν απήχηση σε όλο τον κόσμο. Δεν επεδίωξα να κάνω σέικ. Έχοντας όμως μέσα μου αυτή την παγκόσμια φωνή διαμαρτυρίας που εκφράζει, το σέικ (σ.σ. διάβαζε το ροκ) ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο».

Στα τέλη του 1966 ο Λοΐζος είχε αντιληφθεί –ποιος ξέρει από πού και πώς, μπορεί και από ένστικτο ή μπορεί και να είχε κάποια έξωθεν πληροφόρηση– τη δύναμη του ηλεκτρικού ήχου και τη δυνατότητά του συγχρόνως να εκφράσει μια μορφή αμφισβήτησης, μια μορφή διαμαρτυρίας. (Συνέβαινε ήδη κάτι τέτοιο στην Αμερική και αλλαχού, όταν το ροκ περνούσε από την εφηβεία στην ενηλικίωσή του).

Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί εκείνη την περίοδο ο ήχος των ελληνικών συγκροτημάτων μπορεί από αισθητικής πλευράς, σε κάποιες περιπτώσεις, να μην είχε να ζηλέψει τίποτα από τον ήχο συγκροτημάτων του εξωτερικού, όμως η ταύτιση αυτού ακριβώς του ήχου, του μονίμως σχεδόν ταιριασμένου μ’ ένα χαζοχαρούμενο και στη βάση του αντιδραστικό προφίλ, εμπόδιζε πολλούς να δουν στο σέικ, όπως το έλεγαν τότε (στο ροκ δηλαδή, όπως θα το λέγαμε τώρα), κάτι πέραν από τις… τσίχλες και τις κάλτσες που δώριζαν στους διαγωνισμούς τους οι Μοντέρνοι Ρυθμοί.   Ο Λοΐζος βάζει τα γυαλιά, εν ολίγοις, σε όλο το ποπ εποικοδόμημα της εποχής του, αλλά ακόμη και στους ίδιους τους συντρόφους του, στον Διονύση Σαββόπουλο π.χ., ο οποίος εκείνη την εποχή (τέλη ’66) δεν είχε ακόμη αντιληφθεί τι σήμαινε ροκ.

Ποιο ήταν όμως αυτό το σέικ συγκρότημα, που θα έμπαινε στα «Νέγρικα» και που θα τα μετέτρεπε, πάραυτα, σε ηλεκτρικά; 

Σ’ εκείνη την πρώτη συναυλία της 19ης Δεκεμβρίου 1966 δεν είναι σίγουρο ποιοι αποτελούσαν την ορχήστρα των «Νέγρικων», αλλά σε μιαν επόμενη συναυλία τής 27ης Φεβρουαρίου 1967 είμαστε απολύτως βέβαιοι.   Στο βιβλίο των εκδόσεων Μετρονόμος δημοσιεύεται μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του στιχουργού Γιάννη Νεγρεπόντη (αργότερα την εντοπίσαμε και έγχρωμη, στο κανάλι tzilivak του YouTube) μπροστά από ένα ταμπλό εκείνου του live.   Φαίνονται καθαρά ο τόπος διεξαγωγής της συναυλίας (ο Πειραιάς ξανά), η ημερομηνία (27 Φεβρουαρίου), η «μικρή λαϊκή ορχήστρα» και ακόμη πιο κάτω, κομμένο σχεδόν το… Ορχήστρα Cinquetti. Θυμάμαι πως μόλις είχα δει τη συγκεκριμένη φωτογραφία, για πρώτη φορά, το μάτι μου είχε καρφωθεί εκεί.

Μάνος Λοΐζος, Γιώργος Μούτσιος και Cinquetti. Πρόβα για τα «Νέγρικα». Πηγή: Νίκος Σάρρος «Τα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα των sixties / Ένα φωτογραφικό λεύκωμα» [Εκδόσεις Μισκής, 2015].

Οι Cinquetti λοιπόν, δηλαδή ο Δημήτρης Ταμπόσης κιθάρα (με καριέρα στην Γαλλία αργότερα κ.λπ.), ο Αντώνης Τριανταφύλλου μπάσο (στους M.G.C. και στον Εξαδάκτυλο πιο μετά, δίπλα στον Δημήτρη Πουλικάκο), ο Κώστας Παπαϊωάννου ντραμς (στους Poll στις αρχές του ’70) και κάποιος οργανίστας, που μάλλον ήταν ο Μάνος Κορομηλάς (όχι πάντως ο Λάκης Τζορντανέλλι, ο οποίος δεν είχε προσχωρήσει ακόμη στο γκρουπ) παίζουν στα «Νέγρικα» συνοδεύοντας την Μαρία Φαραντούρη, η οποία είχε δίπλα της, αυτή τη φορά, τον Γιώργο Μούτσιο. Λέει ο Γιάννης Νεγρεπόντης (πάντα από το βιβλίο του Μετρονόμου):   «Στην άλλη συναυλία ο Γιώργος Ζωγράφος αρρώστησε και εγώ είπα στον Μάνο να παρακαλέσω τον φίλο μου τον Γιώργο Μούτσιο. Μια άλλη διάσταση. Δεν ξέρω αν υπάρχει καν καμιά ταινία μαγνητοφώνου. Όμως και στον Μάνο και σε μένα ήταν μια εξαιρετική εντελώς εντύπωση. Μια εντύπωση τόσο δυνατή που μόνον ύστερα από χρόνια ξανάζησα με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, όταν τραγούδησε τα Νέγρικα στην Πλάκα»

Στο ίδιο βιβλίο υπάρχουν δύο ακόμη μαρτυρίες. Η πρώτη από τον Μανώλη Ρασούλη, ο οποίος το 1982 δεν θυμόταν καλά πότε παρουσιάστηκαν τα «Νέγρικα»:   «Ο Λοΐζος τα άφηνε όλα για το τέλος. Θυμάμαι που θα έδινε μια συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς με τα ‘Νέγρικα’ το ’65 –ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε ηλεκτρικές κιθάρες και ροκ χρωματισμούς– η συναυλία θα άρχιζε στις 8, ήταν 8:30 και στο φουαγέ ακόμη έκανε πρόβες για να στρώσει τα κομμάτια».

Πηγή: www.lifo.gr