02/12/2020

Σαν σήμερα, 16 Νοεμβρίου 1973, ο Γιάννης Ρίτσος περιγράφει τα γεγονότα του Πολυτεχνείου

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια. Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων, Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα, Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου; . . Γιάννης Ρίτσος – «Ημερολόγιο μιας εβδομάδας»

 

Για τα γεγονότα πριν και κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του πολυτεχνείου, είχε γράψει ο σπουδαίος ποιητής Γιάννης Ρίτσος, στο “Ημερολόγιο μιας Εβδομάδας“.

ο «Ημερολόγιο μιας εβδομάδας» του Πολυτεχνείου γράφτηκε από τον Γιάννη Ρίτσο τις ημέρες των γεγονότων της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973.

Η 15 Νοέμβρη θα βρει τον Ρίτσο στις πρώτες γραμμές της μεγάλης διαδήλωσης που ξεκίνησε από το Πολυτεχνείο και έφτασε ως την πλατεία Κλαυθμώνος. Η διαδήλωση θα διαλυθεί από την αστυνομία με βία με τον Ποιητή να μπλοκάρεται ανάμεσα στους φράχτες που έχει στήσει η αστυνομία αλλά δεν θα χτυπηθεί. Ίσως τον αναγνώρισαν και τον σεβάστηκαν. Διαφεύγει και βρίσκει καταφύγιο στα τότε γραφεία του εκδοτικού οίκου Κέδρος σε μια στοά (Πανεπιστημίου και Χαριλάου Τρικούπη). Το ίδιο βράδυ κλείνει η Πατησίων από διαδηλωτές.

Στις 16 Νοεμβρίου επισκέπτεται το σπίτι της Νανάς Καλιανέση όπου ακούν τον παράνομο ερασιτεχνικό σταθμό που έχει στηθεί στον ΕΜΠ των «Ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων.»

Με ρίγη συγκίνησης συνεχίζει την ακρόαση στο σπίτι του, έχει ξεκινήσει η επίθεση στους συγκεντρωμένους με δακρυγόνα και έπειτα με σφαίρες.. κατεβαίνουν τα τανκς.. ένα από αυτά γκρεμίζει την πύλη.. παντού νεκροί και τραυματίες..

Ο Ποιητής με δάκρυα στα μάτια φεύγει για τον Κάλαμο.. εν θερμώ έχει ήδη ξεκινήσει το «Ημερολόγιο μιας εβδομάδας»..

Αθήνα – 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, – πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου

Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

 

Κάλαμος 18 Νοεμβρίου
Ηλιόλουστη μέρα. Κάλαμος.
Η θάλασσα, σπουργίτια στον ελαιώνα
Κάλεσμα. Πρόκληση. Κάλλος. Μακρινή προδομένη μακαριότητα
α εσύ δραπέτη λιποτάκτη κρυμμένε ανάμεσα στ΄ αγάλματα, πίσω απ΄τ΄ αγάλματα
μέσα στ΄αγάλματα, αγάλματα κούφια χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα
αρνήσου, αρνήσου, όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις το δένδρο το πουλί το γαλάζιο
αμαρτία, αμαρτία, πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε εσείς, ο ίδιος ο έρωτας
κι ο έρωτας αμαρτία, Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, τα παιδιά μας
πόσες γενιές παιδιά μας σε αδιαίρετο χρόνο χωρίς χρόνο
στα στάχυα και στα σύρματα στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα
έρωτές μας, παιδιά μας,σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας
Για τίποτε άλλο να μην έχουμε μάτια παρά μόνο για σας. Τιποτ΄άλλο.
Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω
βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη
χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα
-μ΄ακούς; άκουσέ με, εγώ σ΄ακούω,
δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.

 

Αθήνα 19 Νοεμβρίου
Με τους αγκώνες στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα στις παλάμες
ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει. Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο
κι η φωνή τους ακόμα.. – Αδέρφια, αδέρφια, πάνω απ΄το αίμα τους, με το αίμα τους
πάνω από την αγρυπνισμένη Αθήνα
Πως μπορείτε λοιπόν; Πως μπορείτε;

20 Νοεμβρίου
Μάζεψαν τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα, τα μισά παιδιά πήγαν σχολείο
οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνητο
πλύναν τα ρούχα τ΄απλώσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά μη φανούνε σαν άλλες σημαίες
κλειστά νοικοκυριά, το κρεμμύδι, η πατάτα, το λάδι
το αλάτι χυμένο στο δρόμο το ίδιο και τ΄αλεύρι,
μες στο ψυγείο το κόκκινο πουλί μ΄όλα του τα φτερά
Απ΄το θάνατο αρχίζουμε – έτσι έλεγε- απ΄το θάνατο αρχίζουμε πάλι
επάνω από τη μεγάλη γκρεμισμένη σκάλα
τι να κάνουμε -είπε- να ξεχαστούμε; θα ξεχάσουμε πάλι;
Σκεπασμένοι στην τρύπια κουβέρτα ως πάνω στα μάτια
λίγο λίγο θα βγάλεις το ΄να πόδι δοκιμάζοντας τον αέρα τη σιωπή το σκοτάδι
αργότερα τα χέρια, τελευταίο το κεφάλι.
Απέναντι η καρέκλα, τα τσιγάρα τα σπίρτα και το φως κολλημένο στον τοίχο
μια τεράστια κίτρινη αφίσα
Ώρα μεγάλη! ώρα σκληρή! ώρα αδειασμένη απ΄την δειλή μακροθυμία των στίχων
εδώ ό,τι πια θα πει θα ΄ναι το αίμα
Ω! κακόφημη ζωή ληστεμένη

 

22 Νοεμβρίου
Αργά που μεγαλώνει το μαχαίρι, αυτός που σιωπεί
δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει
δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο, η ακρίδα στο ποτήρι
είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του

Πηγή: “Γιάννης Ρίτσος, Ένα σχεδίασμα βιογραφίας” της Αγγελικής Κώττη, Ελληνικά γράμματα (2009)

Πηγή: monopoli.gr, mag24

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *