22/10/2020

Πέθανε ο σπουδαίος ποιητής Ντίνος Χτιστιανόπουλος

«Έφυγε» σε ηλικία σε 89 ετών ο σπουδαίος λογοτέχνης Ντίνος Χριστιανόπουλος. 

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ήταν σύγχρονος Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931. Φοίτησε στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1958 ως το 1965 εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης.

Παράλληλα το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό “Διαγώνιος”, που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις.

Το 1962 δημιούργησε τις “Εκδόσεις της Διαγωνίου” και από το 1965 εργάστηκε ως διορθωτής και επιμελητής. Το 1974 ίδρυσε τη Μικρή Πινακοθήκη της Διαγωνίου που έχει ως στόχο την προβολή νέων καλλιτεχνών της συμπρωτεύουσας, με στενούς συνεργάτες του Κάρολο Τσίζεκ και Νίκο Νικολαΐδη. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1949 με τη δημοσίευση του ποιήματος “Βιογραφία” στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης “Μορφές”.

Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Εποχή των ισχνών αγελάδων”. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τοποθετείται ανάμεσα στους σημαντικότερους ποιητές της ομάδας που είναι γνωστή ως “Κύκλος της Διαγωνίου” και κινήθηκε στο πλαίσιο του ομώνυμου περιοδικού που ο ίδιος ίδρυσε (Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, Τάσος Κόρφης, Βασίλης Καραβίτης, κ.α.). Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονα ερωτική διάθεση και επιρροές από το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ντίνου Χριστιανόπουλου βλ. Αλέξης Ζήρας, “Χριστιανόπουλος Ντίνος”, στο “Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό”, τ. 9β, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1988, και Δημήτρης Δασκαλόπουλος, “Χριστιανόπουλος Ντίνος”, στο “Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας”, Αθήνα: Πατάκης, 2007, σελ. 2381-2.

Ο φιλόλογος Κωνσταντίνος Δημητριάδης (το «Ντίνος Χριστιανόπουλος» είναι ψευδώνυμο του ποιητή), ο συλλέκτης έργων τέχνης, ο πρώην ιδιοκτήτης της πινακοθήκης της «Διαγωνίου», ο μελετητής, ο μεταφραστής, ο δοκιμιογράφος, ο σχολιαστής (ενίοτε ιδιαίτερα δεικτικός) των έργων και των ζωών των άλλων, ο πλέον «συζητημένος» ποιητής των τελευταίων χρόνων, πέθανε σήμερα στη γενέθλια πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, την οποία ουδέποτε εγκατέλειψε (αντίθετα μ’ εκείνη), ύστερα από πολυετή ασθένεια.

Έζησε 89 «διαγώνια» χρόνια…

Καταβεβλημένος από τις αλλεπάλληλες, τα τελευταία χρόνια, περιπέτειες της υγείας του, παρέμενε πάντα στο ισόγειο διαμέρισμά του στις Σαράντα Εκκλησιές της Θεσσαλονίκης, περιβεβλημένος από …ποιητές. Ο Καβάφης κι ο Τσιτσάνης σε κάδρα στον τοίχο πάνω από το γραφείο του.

Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1931. Χρόνια μετά, η ημέρα της γέννησής του (Εαρινό ηλιοστάσιο- πρώτη μέρα της Άνοιξης), έμελλε να χρισθεί ως… «παγκόσμια μέρα της ποίησης». «Δεν θέλω και πολύ τις αυτοβιογραφίες, γιατί μου δίνουν την εντύπωση ότι ξόφλησα κι ότι δεν έχω πια να κάνω τίποτα άλλο παρά να βυθίζομαι στις αναμνήσεις…», έλεγε.

Στην εφηβεία αμφιταλαντευόταν για το εάν θα σπουδάσει θεολογία (πήγαινε στο κατηχητικό και είχε αναφέρει πως είχε επηρεαστεί) ή να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Τελικά αποφάσισε να γίνει φιλόλογος και φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (αποφοίτησε στα 1954) αλλά δε θέλησε ποτέ να εξασκήσει τη φιλολογία ως επάγγελμα. Εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη και ύστερα από οκτώμισι χρόνια παραιτήθηκε. Είχε δηλώσει εξάλλου ότι θεωρεί … «κατάρα» το να είναι κάποιος υπάλληλος…

Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1949, με τη δημοσίευση του ποιήματος «Βιογραφία» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Μορφές». Το 1950 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχή των ισχνών αγελάδων». Το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε το περιοδικό «Διαγώνιος» που κυκλοφόρησε ως το 1983, και το 1962 δημιούργησε τον εκδοτικό οίκο «Εκδόσεις της Διαγωνίου», προτείνοντας και εκδίδοντας σημαντικούς λογοτέχνες. (Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, Περικλής Σφυρίδης, Σάκης Παπαδημητρίου κ.ά).

Εκτός από ποιητής και εκδότης, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος υπήρξε διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, επιμελητής εκδόσεων, βιβλιοκριτικός, συλλέκτης, μελετητής και ερμηνευτής ρεμπέτικων τραγουδιών. Είχε ασχοληθεί επισταμένα με το Διονύσιο Σολωμό, το Στρατή Δούκα, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, το Νίκο Καββαδία, το Βασίλειο Λαούρδα, ενώ είχε εντρυφήσει στο έργο του Βασίλη Τσιτσάνη κι εξέδωσε μελέτες για το ρεμπέτικο τραγούδι.

Το 2011 τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για την προσφορά του τόσο στην πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης αλλά και γενικότερα στα ελληνικά γράμματα. Αρνήθηκε όμως να το παραλάβει παραπέμποντας στο κείμενό του «Εναντίον» από το 1979 όπου αναφέρει: «Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατωτέρου μου και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας».

Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονα ερωτική διάθεση και επιρροές από το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. «Πάντως, η βασικότερη διαφορά είναι ότι ο Καβάφης είναι φιλήδονος, ενώ εγώ γράφω για την αγωνία της ερωτικής στέρησης», έλεγε .

Τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια διέμενε μόνος του (μετά τα …«υπερήφανα χρόνια της Δημητρίου Πολιορκητού») σ’ ένα ισόγειο διαμέρισμα των 40 Εκκλησιών, ενώ η υγεία του είχε επιδεινωθεί.

Είπε και έγραψε:

 

*Το ρεμπέτικο είναι η πολιτιστική αξία του ελληνισμού. Σ’ ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει σύγχρονο λαϊκό τραγούδι.. Μόνο στην Πορτογαλία τα φάντος και στην Ελλάδα το ρεμπέτικο είναι οι τελευταίες εστίες του…

*«Εγώ; Από νταλκά τραγουδάω».

*«Είναι αλήθεια. Μιλώ συχνά αθυρόστομα. Έβρισα πολλούς ανθρώπους , τους σχολίασα αρνητικά. Κινδύνεψα να συρθώ και σε δικαστήρια για αυτά που είπα. Ας είναι. Δεν μου βγήκε σε κακό… Δεν μετανιώνω».

*«Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας/ είναι πολύ ζαχαρωμένα/ ταιριάζουν σε σοκολατόπαιδα/ μα δεν ταιριάζουνε σε μένα/ Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας/ ποτέ δε λένε την αλήθεια/ ο κόσμος υποφέρει και πεινά / κι εσείς τα ίδια παραμύθια…».

– Και το …θρυλικό «Εναντίον» (το ομότιτλο κείμενό του, τού 1977) σύμφωνα με το οποίο ..(«Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι./ Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας…

..Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων/ Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. .. των σχέσεων με το κράτος , των εφημερίδων/ των κλικών/ των κουλτουριάρηδων/ κάθε ιδεολογίας / κάθε ατομικής φιλοδοξίας που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο· φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετάμε το τσιγάρο μας στον δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα;”).

Ανήμερα της παγκόσμιας μέρας της ποίησης, της πρώτης μέρας της Άνοιξης, ανήμερα και των γενεθλίων του (προ πενταετίας) ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, απαντούσε στην ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση;»

-«Ακανθώδες το ερώτημα και δε νομίζω να δύναται κανείς να δώσει τη σωστή απάντηση. Ίσως, θα μπορούσα να πω ότι δίνει έκφραση στην ψυχική ανάγκη μιας μερίδας ανθρώπων που λέγονται ποιητές. Ίσως και σε ορισμένους από τους αναγνώστες τους. Είναι απίθανο μυστήριο αυτό της ποίησης… Εμένα, πάντα μου άρεσαν- μου αρέσουν πολύ, οι λέξεις… Δεν μπορώ όμως να διεισδύσω σ αυτό το μυστήριο που λέγεται ποίηση… Μπορεί όμως η ποίηση να αναστείλει πολέμους, να δώσει λύση σ’ αυτή την κρίση που βιώνουμε; Δε νομίζω…».

Δεν έγραφε -εδώ και χρόνια- ποίηση

-«Η εποχή σιγά σιγά χειροτερεύει. Ήδη οι νεώτεροι ποιητές εμένα προσωπικά δεν με ικανοποιούν. Κάτι έχει χαλάσει παντού, σε όλα. Έχει χαλάσει η ίδια η ουσία της ζωής μας. Δεν υπάρχει πλέον ατομική έκφραση που να σε πείθει… Λόγια παρμένα από τα σλόγκαν των εφημερίδων. Ο καθένας γράφει ό,τι μπορείς να φανταστείς με την πεποίθηση πως εκφράζει τον εαυτό του, ενώ δεν εκφράζει παρά μόνο την ηλιθιότητα ή τη μετριότητά του.. Τη μετριότητα της ζωής που βιώνει».

-«Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία/ Βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί την καταστροφή του», είχε γράψει εξάλλου από τα 1956. Στα 25 του χρόνια.

Φιλόλογος, βραβευμένος, συν-ιδρυτής της «Διαγωνίου», ποιητής, μελετητής, ρεμπετολόγος – και τραγουδιστής- ανθολόγος και συναξαριστής της τέχνης και των δημιουργών της, μάλλον συντηρητικός, ιδιότυπα Χριστιανός, ουδέποτε πολιτικοποιημένος, πάντα και κατά το δικό του τρόπο «ερωτικός», φτωχός, απλός – κάποιοι τον είπαν «απλοϊκό»- και πάντα «Εναντίον» .

«Είμαι στ’ αλήθεια προκλητικός; Δεν ξέρω. Μ’ αρέσει να προκαλώ τους υποκριτές», ομολόγησε .

Ο Χριστιανόπουλος ήταν η Θεσσαλονίκη. «Με τα όλα της» …

Μέρος -το εναπομείναν υλικό του αρχείου τού Ντίνου Χριστιανόπουλου (56 ετήσια ημερολόγια, κείμενα αλληλογραφίας, περιορισμένος αριθμός χειρογράφων του, αποκόμματα συνεντεύξεών του, αλλά και ηχογραφήσεις στις οποίες ερμηνεύει ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια με την κομπανία «Παρέα του Τσιτσάνη»)- βρίσκονται ήδη στη βιβλιοθήκη του ΑΠΘ όπου δωρήθηκαν προ τριετίας από τον συλλέκτη- συγγενή και μοναδικό διαχειριστή της πνευματικής κληρονομιάς του Ντίνου Χριστιανόπουλου Ιωάννη Μέγα (ξεπερνά τα 90.000 τεκμήρια).

«Ο κ. Χριστιανόπουλος δεν υπήρξε συλλέκτης. Το υλικό που προέρχεται από τον κ. Χριστιανόπουλο δεν είναι βεβαίως συλλογή, αλλά το εναπομείναν υλικό του αρχείου του. Δυστυχώς δεν χρησιμοποιούσε γραφομηχανή, ούτε βεβαίως υπολογιστή, το αρχείο του δεν είναι ψηφιοποιημένο, αλλά χειρόγραφα κείμενα, πολλά από τα οποία έχουν με τα χρόνια χαθεί… Έδινε τα κείμενά του σε τυπογραφεία ή στους εκδότες και συχνά δεν τα έπαιρνε πίσω…», έλεγε, στη διάρκεια της παρουσίασης της δωρεάς στο ΑΠΘ, τον Οκτώβριο του 2016, ο κ. Μέγας.

Τα δωρηθέντα αρχεία μετά την τεκμηρίωση, βιβλιοθηκονομική επεξεργασία και αρχειοθέτηση τους θα είναι προσβάσιμα στους μελετητές και το κοινό και ηλεκτρονικά (http://www.lib.auth.gr) ενώ τα τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαγώνιος» που εξέδιδε ο Ντίνος Χριστιανόπουλο (με την γραφιστική συνεργασία του Κάρολου Τσίζεκ) ψηφιοποιούνται και θα είναι προσβάσιμα και ηλεκτρονικά στο κοινό από το Κέντρο Ελληνικής γλώσσας.

Η κηδεία του Ντίνου Χριστιανόπουλου θα γίνει την Πέμπτη το πρωί, από τα νεκροταφεία της Αναστάσεως του Κυρίου (Θέρμη). Δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη η ώρα της κηδείας.

Το αντίο του Θωμά Κοροβίνη

Μερικά από τα πιο όμορφα ποιήματά του: 

Με κατάνυξη

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.

Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,

νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.

Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,

νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.

Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,

γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.

Όταν σε Περιμένω

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,

ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,

σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,

ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,

κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι

γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,

γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπό σας

κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,

ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,

ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,

ἔστω καὶ μία φορά;

Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)

Έρωτας

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –

ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.

Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.

Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,

φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,

συσκότιση παραπόνου,

παρηγοριὰ σπασμῶν.

Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,

ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Βρόχος

Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,

ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,

ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.

Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,

δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,

τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,

ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.