24/10/2020

Μ.Αναγνωστάκης: Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά, πασχίζουν να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά, πασχίζουν να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Την πρώτη φορά που διάβασα αυτή τη βαθιά αληθινή φράση του Μανώλη Αναγνωστάκη, μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Ίσως, γιατί πρόκειται για μια διαπίστωση που μου έχει έρθει αρκετές φορές στο μυαλό αλλά δεν έβρισκα τα λόγια για να την εκφράσω τόσο σωστά…

Ναι… Δυστυχώς οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται από αχαριστία και που γενικά δεν έχουν φερθεί με τον καλύτερο τρόπο, προσπαθούν να καλύψουν τα δικά τους αμαρτήματα, προβάλοντας ασήμαντες αφορμές των άλλων… Ο καθένας, όμως, μέσα του γνωρίζει πολύ καλά τί είναι αληθινό και τί όχι…

“Κατά καιρούς μ’ έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί. Συνδυάζονται αυτά τα δύο. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη. Υπήρχε το πολιτικό στοιχείο μέσα, η έκφραση της πολιτικής, μέσα από μια ερωτική κατάσταση όμως. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνουμε αυτό το πράγμα εύκολα. Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί “ποίησης της ήττας` και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή, τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε κανείς να την αντέξει”. είπε κάποτε για τον εαυτό του, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς. 

 

Ο “ποιητής της ήττας” όπως χαρακτηρίστηκε, καθώς με τους στίχους του εξέφρασε της διάψευση των οραμάτων της αριστεράς.

Το 1986 ήταν η χρονιά που του  απονεμήθηκε το Α΄ Βραβείο ποίησης για το έργο του “Τα Ποιήματα 1941-1971”, το 2002 το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας από τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Τα εκπληκτικά ποιήματά του, έχουν μελοποιηθεί από σπουδαίους συνθέτες, ανάμεσά τους ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου και ο Μιχάλης Γρηγορίου.  Τα έργα του, δε,  έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά.

Οι στίχοι του είναι συγκλονιστικοί. Αν και δεν ήταν εύκολο να επιλέξω ποίηματά του καθώς όλα είναι ξεχωριστά , επέλεξα 7 που θεωρώ ότι είναι αντιπροσωπευτικά του έργου του.

Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που σου `κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια

και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα `σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Ἀφιέρωση

Γιὰ τοὺς ἐρωτευμένους ποὺ παντρεύτηκαν

Γιὰ τὸ σπίτι ποὺ χτίστηκε

Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ μεγάλωσαν

Γιὰ τὰ πλοῖα ποὺ ἄραξαν

Γιὰ τὴ μάχη ποὺ κερδήθηκε

Γιὰ τὸν ἄσωτο ποὺ ἐπέστρεψε

Γιὰ ὅλα ὅσα τέλειωσαν χωρὶς ἐλπίδα πιά.

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε

Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια

Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ

βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ

Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ

ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.

Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο

τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.

Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ

ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.

Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ

στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς

νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατής…

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατὴς

Ἀσήμαντος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος

Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται

Ξένος περιφέρεται στῶν ὁδῶν τὸ κάλεσμα-

Ἔρχονται ἀπὸ μακριὰ οἱ νέοι σαλπιγκτὲς

Τῶν ἐπίλεκτων κλάσεων τοῦ μέλλοντος

Οἱ κραυγὲς τοὺς γκρεμίζουν τὰ σαθρὰ τείχη

Τήκουν τὴ λάσπη σὲ φωτεινοὺς ρύακες

Ἔρχονται οἱ ἁγνοί, οἱ ἀνυπόκριτοι.

Οἱ βιαστές, οἱ ἀμέτοχοι, οἱ παρθένοι.

Οἱ πονηροὶ συνδαιτυμόνες, οἱ ἀθῶοι

Οἱ ληξίαρχοι τῶν ἡμερῶν μας

Ἔρχεται τὸ μεγάλο παρανάλωμα

Μέσα στοὺς πίδακες τῶν πρόσχαρων νερῶν.

Ἔρχονται οἱ τελευταῖες προδιαγραφές

Μὰ τώρα αὐτὸς εἶναι ἁπλὸς θεατὴς

Ἀνώνυμος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος

Μὲ τὰ χέρια στὸ στῆθος σὰν ἕτοιμος νεκρὸς

Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται.

(Νὰ ξέρεις πάντα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς)

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος…

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους

Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα

Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση

Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων

Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;

Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ

Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε

Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;

(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα

βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν

πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας

διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)

Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ

Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα

Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα

Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.

Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις

Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις

Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου

Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα

Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις

Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.

Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;

Κι ἤθελε ἀκόμη…

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ

Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα

Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω

Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.

Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους

Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία

Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα

Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.

Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,

Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο

Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω

Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω

Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.

Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Οι νικημένοι

Ανάβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου

Είχαμε μέσα κι οι δυο μας βαθιά τον πανικό του χωρισμού. Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε

τις αβέβαιες πλάνες μας στ’ όνειρο

Όμως ποιός δε λογάριασε τα λευκά καλοκαίρια

που πληγώσαν τα χρόνια μας

Ποιός δεν επίστεψε πως δεν είχαμε ακόμα

πληρώσει το χρέος μας ολάκερο

Και βρίσκουμε την κρίσιμη τούτη στιγμή

αιχμάλωτους όρκους στη νιότη μας,

αισθήματα πιο πλούσια από τ’ άναμμα της σάρκας

Ξέρεις πως πια ξεχάσαμε τ’ αμέριμνα παιδιά

που σπαταλούσαν το γέλιο τους

Ξέρεις πως θά ’ρθει μια μέρα

που θα φορέσουμε αλογάριαστα

ολόγυμνοι τον εαυτό μας

Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες,

ξαγρυπνήσαμε ατέλειωτες νύχτες

χωρίς δίπλα μας να ’ναι κανείς ν’ ακούσει

την αγωνία της φωνής μας

Αγαπήσαμε μια τρικυμία καινούρια,

κι όμως γιατί ν’ αναβάλλουμε πάντα την ώριμη χρονολογία;

Και μένουμε δυο νικημένοι

μ’ ολιγόπιστα μάταια φερσίματα.

Πηγή: klik