23/10/2020

Λούντβιχ βαν Μπετόβεν

Γερμανός μουσουργός· από τις κορυφαίες μουσικές προσωπικότητες όλων των εποχών. Με το σημαντικό σε ποιότητα και ποσότητα έργο του γεφύρωσε την Κλασική με τη Ρομαντική περίοδο της Δυτικής μουσικής. Πεθανε στις στις 26 Μαρτίου 1827.

Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (γερμανικά: Ludwig van Beethoven, προφορά: ˈluːtvɪç fan ˈbeːthoːfn̩, Λούντβιχ φαν Μπεετόφεν η ορθή προφορά, 17 Δεκεμβρίου 1770 – 26 Μαρτίου 1827) ήταν Γερμανός συνθέτης και πιανίστας της κλασικής μουσικής. Πρόκειται για την κυριότερη φιγούρα της μετάβασης της μουσικής από την κλασική εποχή στο ρομαντισμό, και μέχρι σήμερα θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους συνθέτες όλων των εποχών. Μερικές από τις γνωστότερες συνθέσεις του περιέχουν 9 συμφωνίες, 5 κονσέρτα για πιάνο, 1 κονσέρτο για βιολί, 32 σονάτες για πιάνο, 16 κουαρτέτα εγχόρδων, μία Λειτουργία (Missa solemnis), καθώς και μία όπερα, τη Φιντέλιο. Η καριέρα του ως συνθέτη χωρίζεται διακριτά σε τρεις περιόδους, την πρώιμη, τη μέση και την τελευταία. Η πρώτη τελειώνει περίπου το 1802, η μέση διαρκεί από το 1802 έως και το 1812, ενώ η τελευταία αρχίζει το 1812 και τελειώνει το 1827, οπότε και πέθανε. Ο Μπετόβεν γεννήθηκε στη Βόννη, την τότε πρωτεύουσα του Εκλεκτοράτου της Κολωνίας, το οποίο ήταν μέρος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας(Η σήμερα Γερμανία). Ήδη από μικρή ηλικία επέδειξε το ταλέντο που είχε στη μουσική, με τον πατέρα του, Γιόχαν βαν Μπετόβεν να είναι ο πρώτος του δάσκαλος, μαζί με τον Κρίστιαν Γκότλομπ Νέεφε. Σε ηλικία 21 ετών μετακόμισε στη Βιέννη, όπου ξεκίνησε να μαθητεύει στο πλευρό του Γιόζεφ Χάυντν, αποκτώντας παράλληλα και τη φήμη και το ρεπερτόριο του βιρτουόζου πιανίστα. Στη Βιέννη έζησε μέχρι και το θάνατό του. Κατά το τέλος της δεύτερης δεκαετίας της ζωής του άρχισε να εξασθενεί η ακοή του, ώσπου αργότερα έγινε ολοκληρωτικά κωφός. Έτσι, το 1811, σταμάτησε να διευθύνει και να εκτελεί μπροστά σε κοινό, και καταπιάστηκε αποκλειστικά με τη σύνθεση.

Ο Μπετόβεν ήταν εγγονός του Λούντβιχ φον Μπετόβεν (1721-1773), ο οποίος ήταν μουσικός, με καταγωγή από την πόλη Μέχελεν του Δουκάτου της Βραβάντης (σημερινή περιοχή της ευρύτερης φλαμανδικής περιοχής στο Βέλγιο). Ο παππούς του είχε μετακομίσει στη Βόννη, σε ηλικία 21 ετών.[32][33] Εκεί εργάστηκε ως βαρύτονος στην Αυλή του Εκλεκτοράτου της Κολωνίας, όμως κατόπιν, έγινε διευθυντής ορχήστρας και αργότερα επιφανής μουσικός στη Βόννη. Ένα πορτρέτο που είχε ο ίδιος παραγγείλει, διακοσμούσε τον τοίχο του εγγονού του μέχρι και το θάνατο του δεύτερου, θυμίζοντάς του τη μουσική καταγωγή του. Ο Λούντβιχ είχε έναν γιο, τον Γιόχαν (1740-1792), ο οποίος εργαζόταν ως τενόρος, ενώ έδινε και μαθήματα πληκτροφόρου και βιολιού, ώστε να ενισχύσει το εισόδημά του.[32] Ο Γιόχαν νυμφεύθηκε τη Μαρία Μαγκνταλένα Κέβεριτς, το 1767, η οποία ήταν κόρη του Γιόχαν Χάινριχ Κέβεριτς (1701-1751), ο οποίος ήταν αρχιμάγειρας στην Αυλή της Αρχιεπισκοπής του Τρίερ.

Παιδί του Γιόχαν και της Μαρίας ήταν ο Μπετόβεν, ο οποίος γεννήθηκε στη Βόννη. Δεν υπάρχει επίσημο έγγραφο για τη γέννησή του, ωστόσο, υπάρχει έγγραφο για τη βάπτισή του σε καθολική εκκλησία, στην ενορία του Αγίου Ρέγκιου, στις 17 Δεκεμβρίου του 1770. Όπως όλα τα παιδιά εκείνης της εποχής στην περιοχή, παραδοσιακά, βαπτίζονταν ακριβώς την επομένη της γέννησής τους, ενώ επίσης είναι γνωστό ότι η οικογένεια του Μπετόβεν, καθώς και ο δάσκαλός του, Γιόχαν Άλμπρεχτσμπεργκ, γιόρταζαν τις 16 Δεκεμβρίου ως γενέθλια, η οποία ημερομηνία είναι και η αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα, ως η ημερομηνία γέννησης του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (ήτοι 16 Δεκεμβρίου 1770). Από τα συνολικά επτά παιδιά της οικογένειας Μπετόβεν, μόνο ο Λούντβιχ, ο δευτερότοκος και άλλα δύο νεαρότερα αδέλφια επέζησαν. Ο ένας εξ αυτών ήταν ο Κάσπερ Άντον Καρλ, ο οποίος γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1774 και ο άλλος ο Νικολάους Γιόχαν, ο νεότερος, ο οποίος γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου του 1776.

Ο πρώτος δάσκαλος μουσικής για τον Λούντβιχ ήταν ο πατέρας του. Αργότερα, είχε και άλλους τοπικούς δασκάλους, όπως τον οργανίστα Γκίλες φον ντεν Έεντεν, τον Τομπίας Φρίντριχ Πφάιφερ (οικογενειακός φίλος) και τον Φραντς Ροβαντίνι (ο οποίος τον έμαθε να παίζει βιολί και βιόλα). Η μουσική του εκπαίδευση ξεκίνησε όταν ήταν σε ηλικία 5 ετών και ήταν σκληρή και βάναυση, πολλές φορές κάνοντάς τον μικρό Λούντβιχ να ξεσπά σε δάκρυα. Ειδικότερα κι από τη συμμετοχή του Πφάιφερ σε όλο αυτό, ο οποίος είχε πρόβλημα αϋπνίας, και πολλές φορές τον ανάγκαζαν βράδυ να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να μελετήσει στο πληκτροφόρο. Το μουσικό του ταλέντο είναι φανερό ήδη από πολύ νεαρή ηλικία. Ο Γιόχαν, που γνώριζε την επιτυχία που είχε κάνει ο Λέοπολντ Μότσαρτ με τον γιο του (Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, καθώς και την κόρη του Νάννερλ, προσπάθησε να προωθήσει και τον γιο του ως ένα παιδί θαύμα, όπως ήταν ο Μότσαρτ, λέγοντας κιόλας ότι ήταν έξι ετών, ενώ ήταν εφτά προς οχτώ, στις αφίσες της πρώτης δημόσιας εμφάνισής του, η οποία έγινε το Μάρτιο του 1778.

Λίγο καιρό μετά το 1779, ο Μπετόβεν ξεκίνησε τις σπουδές του μαζί με τους σημαντικότερους καθηγητές μουσικής της Βόννης, όπως τον Κρίστιαν Γκότλομπ Νέεφε, ο οποίος ήταν οργανίστας σε πριγκηπική αυλή εκείνη τη χρονιά. Ο Νέεφε του δίδαξε σύνθεση, και ήδη από το Μάρτιο του 1783 τον είχε βοηθήσει να γράψει την πρώτη του σύνθεση: ένα σετ για πληκτροφόρα (WoO  Ο Μπετόβεν ξεκίνησε σιγά σιγά να εργάζεται ως βοηθός οργανίστα με τον Νέεφε, αρχικά χωρίς να πληρώνεται (1781) και κατόπιν επί πληρωμή (1784), υπό τον μαέστρο Αντρέα Λουκέσι. Οι πρώτες του τρεις σονάτες για πιάνο, ονόματι Kurfürst, αφιερώθηκαν στον Μαξιμίλιαν Φρέντερικ (1708-1784), Εκλέκτορα της Αρχιεπισκοπής της Κολωνίας, και δημοσιεύθηκαν το 1783. Ο Μαξιμίλιαν Φρέντερικ κατάλαβε γρήγορα το ταλέντο του Μπετόβεν και τον υποστήριξε στις κατοπινές μουσικές του σπουδές.

Ο Μπετόβεν σε ηλικία 13 ετών. Πορτρέτο με άγνωστο δημιουργό.
Ο νέος Εκλέκτορας της Βόννης, Μαξιμιλιανός Φραγκίσκος, αρχιδούκας της Αυστρίας, ο νεότερος, γιος της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας της Αυστρίας, επέφερε μεγάλες αλλαγές στη Βόννη. Μεγάλες αλλαγές έγιναν και στη Βιέννη από τον αδελφό του Γιόζεφ, ο οποίος εισήγαγε μεταρρυθμίσεις βασισμένες στον Διαφωτισμό, οι οποίες επαύξησαν τη στήριξη των σπουδών και των τεχνών. Ο έφηβος τότε Μπετόβεν, επηρεάστηκε αρκετά από αυτές τις μεταρρυθμίσεις και τις αλλαγές. Πιθανό θεωρείται να επηρεάστηκε κι από τις πρωτοπόρες ιδέες του Ελευθεροτεκτονισμού, καθότι, μεταξύ αυτών και ο Νέεφε, πολλοί από τον περίγυρό του ήταν μέλη του τοπικού τμήματος του Τάγματος των Ιλλουμινάτι.

Το Δεκέμβριο του 1786, ο Μπετόβεν ταξίδεψε στη Βιέννη για πρώτη φορά, με έξοδα του εργοδότη του, με την ελπίδα να μαθητεύσει στο πλευρό του Μότσαρτ.[45] Οι λεπτομέρειες της σχέσης τους είναι έως και σήμερα αδιευκρίνιστες, ακόμα και το γεγονός αν πράγματι ποτέ συναντήθηκαν.[46] Εκείνο το διάστημα μαθαίνει ότι η μητέρα του αρρωσταίνει σοβαρά, και αποχωρεί γρήγορα από τη Βιέννη, με προορισμό τη Βόννη, τον Μάιο του 1787. Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα, η μητέρα του πεθαίνει και ο πατέρας του βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στον αλκοολισμό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνει υπεύθυνος για τη φροντίδα των δύο μικρότερων αδελφών του, καταλήγοντας να περνά πέντε χρόνια στη Βόννη.

Εκείνα τα χρόνια γνώρισε πολλές σπουδαίες προσωπικότητες της ζωής του. Ο Φραντς Βέγκλερ, ένας φοιτητής της ιατρικής, τον σύστησε στην οικογένεια φον Μπρέουνινγκ (με τον Βέγκλερ να παντρεύεται μία από τις κόρες της οικογένειας). Ο Μπετόβεν συχνά επισκεπτόταν την οικία της οικογένειας αυτής, όπου δίδαξε πιάνο σε κάποια από τα παιδιά της. Εκεί έμαθε για τη γερμανική και την κλασική λογοτεχνία. Η ατμόσφαιρα του σπιτικού αυτού ήταν ευχάριστη για αυτόν, σε αντίθεση με το δικό του, το οποίο είχε κυριευθεί πλήρως από τον αυταρχικό και αλκοολικό πατέρα του.[48] Εκείνη την περίοδο, ήρθε και σε επαφή με τον κόμη Φερδινάνδο φον Βάλντσταϊν, ο οποίος έγινε φίλος του και (οικονομικός) υποστηριχτής του σχεδόν σε όλη του τη ζωή.

To 1789, ο Μπετόβεν κατάφερε με δικαστική εντολή να λαμβάνει τα μισά έσοδα του πατέρα του, ώστε να πηγαίνουν άμεσα σε αυτόν, για να μπορεί να συντηρεί την οικογένεια.[50] Εκεί συνεισέφερε περισσότερο, παίζοντας βιόλα σε ορχήστρα της τοπικής πριγκηπικής Αυλής. Αυτό τον έκανε να μάθει περισσότερα για τις όπερες, μεταξύ αυτών και τρεις του Μότσαρτ, όπου εκείνη την περίοδο είχαν εκτελεστεί στο κοινό. Εκείνη την περίοδο έγινε φίλος και με τον φλαουτίστα και βιολονίστα, Άντον Ρέιχα, με τον οποίον είχαν την ίδια ηλικία, και ο οποίος ήταν ανιψιός του μαέστρου της ορχήστρας της τοπικής πριγκηπικής Αυλής, Γιόζεφ Ρέιχα.

Από το 1790 έως και το 1792, συνέθεσε έναν σημαντικό αριθμό έργων του (όμως κανένα δεν δημοσιεύθηκε εκείνον τον καιρό, και τα περισσότερα εξ αυτών κατηγοριοποιήθηκαν ως WoO.), το οποίο δείχνει την ωριμότητα που είχε αποκτήσει ο συνθέτης και την εξέλιξη που είχε σημειώσει. Μουσικολόγοι είχαν αναγνωρίσει θέματα σχεδόν παρόμοια με αυτό της 3ης Συμφωνίας σε ένα σετ έργων του, που έγραψε το 1791.[52] Εκείνη την περίοδο, μάλλον λόγω Νέεφε, ο Μπετόβεν επιφορτίστηκε να συνθέσει καντάτες για το θάνατο του αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς και τη διαδοχή αυτού από τον Λεοπόλδο Β΄. Οι δύο αυτές καντάτες μπήκαν στον κατάλογο ως WoO 87 και WoO 88. Τα έργα αυτά ποτέ δεν εκτελέστηκαν κατά την περίοδο αυτή, αλλά παρέμειναν χαμένα μέχρι και τη δεκαετία του 1880. Βεβαίως, βάσει του Μπραμς, ήταν πλήρως μπετοβενικά έργα και είχαν μία προφητική τραγικότητα, η οποία θα χαρακτήριζε γενικότερα τη μουσική του και θα τη διαχώριζε από την τυπική κλασσική.

Προς τα τέλη του 1790, πιθανότατα γνωρίζει τον Γιόζεφ Χάυντν, όταν ο τελευταίος ταξίδευε προς το Λονδίνο και σταμάτησε στη Βόννη, την περίοδο των Χριστουγέννων. Ενάμιση χρόνο αργότερα, συναντήθηκαν ξανά στη Βόννη, όταν ο Χάυντν επέστρεφε από το ταξίδι του στο Λονδίνο και πήγαινε προς τη Βιέννη. Εκείνη κάπου την περίοδο ήταν που ήρθαν σε συμφωνία ώστε ο Μπετόβεν να μαθητεύσει στο πλευρό του.