29/11/2020

Κωστής Παλαμάς – Ο πιο τρανός καημός μου

Ο Κωστής Παλαμάς ( 13 Ιανουαρίου 1859 – 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές και πνευματικούς ανθρώπους στην Ελλάδα. Το έργο του Κ. Παλαμά θεωρείται ότι συνέβαλλε αισθητά στην ανανέωση της ελληνικής ποίησης.

Ο Κωστής Παλαμάς ήταν μία ηγετική φυσιογνωμία για τη ποίηση και εμφανίστηκε με την γενιά του 1880. Μία γενιά ποιητών οι οποίοι, επηρεασμένοι από τον παρνασσισμό, αντιμετώπιζαν τα κοινωνικά και καθημερινά προβλήματα με μεγαλύτερο ρεαλισμό και με μία τάση επιστροφής στην ελληνική παράδοση. Βέβαια, ο Παλαμάς, παρά τη κοινή τους εμφάνιση, διδάχτηκε αλλά δεν ακολούθησε καμία σχολή και κανένα κίνημα.[1]

Μεγάλη επίδραση δέχτηκε από το κίνημα των συμβολιστών, παρά την αντίθετη δήλωση του ίδιου. Ο γαλλικός συμβολισμός μετέδωσε στους Έλληνες ποιητές δύο βασικές αρχές:

Να προσελκύουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη υπαινικτικά και έμμεσα προς υπερβατικές Ιδέες, και
Αφού ο ποιητής είναι αυτός που προβάλλει το όραμα της υπερβατικής Ιδέας, να θεωρεί τη πραγματικότητα μελαγχολικό, απελπιστικό και ταπεινό τόπο.[2]
Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε σε αυτό το σημείο τις επιρροές που δέχτηκε ο Παλαμάς από τη φιλοσοφία του Νίτσε και τις επιρροές που δέχτηκε από τον σοσιαλισμό, χαρακτηριστικό της μεγάλης δεκτικότητας που είχε στις νέες ιδέες.[3]

Ο Παλαμάς λοιπόν δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος λογοτέχνης αλλά και ένας άνθρωπος με έντονη κοινωνική συνείδηση. Για τον Παλαμά, η Ελλάδα που ταλανίζεται εκείνη την εποχή από μία σειρά ζυμώσεων, δεν είναι αποκομμένη από το έργο του αλλά συμπεριλαμβάνεται σε αυτό και ο ίδιος εμπνέεται από την πατρίδα του.

Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που εκτός από τα βιογραφικά στοιχεία του ποιητή, θα αναφερθούμε και στο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της εποχής που γράφτηκε το ποίημα «Ο πιο τρανός καημός μου», του οποίου η ανάλυση είναι και το κύριο θέμα της μελέτης μας.

Με αυτό τον τρόπο θα αναδειχθούν και οι κοινωνικές επιδράσεις που είχε δεχτεί ο ποιητής καθώς και πως αυτές επηρέασαν το έργο του και τη θεματολογία του καθώς και τη στάση που είχε ο ίδιος.

1. Βιογραφικά στοιχεία

Ο Κωστής Παλαμάς, γεννημένος στις 13 Ιανουαρίου 1859 στη Πάτρα, προερχόταν από μία μεσολογγίτικη οικογένεια με πολλούς αγωνιστές, κληρικούς και διδασκάλους. Στην ηλικία των 15 με 16, πήγε στο Μεσολόγγι, αφού είχε ήδη χάσει τους γονείς του από την ηλικία των έξι ετών, και αφοσιώθηκε ιδιαίτερα στο γράψιμο στίχων, κάτι που είχε αρχίσει ήδη από τα εννέα του χρόνια.

Στο Μεσολόγγι τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο και το 1875 πήγε στην Αθήνα για να φοιτήσει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την οποία όμως δεν τελείωσε λόγω της μεγάλης του αγάπης για τη ποίηση και τα γράμματα γενικότερα. Εγκαταλείποντας τη σχολή αρχίζει να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά και το 1886 αρχίζει να εκδίδει τα ποιήματα. Ένα χρόνο αργότερα, στις 27 Δεκεμβρίου 1887, παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, με την οποία έκανε τρία παιδιά.

Ο θάνατος του ήρθε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, σαράντα ημέρες μετά το θάνατο της γυναίκας του. Η κηδεία του αποτέλεσε ιστορικό γεγονός αφού μετατράπηκε σε αντιστασιακή πράξη λόγω του ότι χιλιάδες κόσμου τον ακολούθησε μέχρι το νεκροταφείο ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο υπό το βλέμμα των κατάπληκτων και εμβρόντητων Γερμανών κατακτητών. Η αντιστασιακή πράξη αυτή κορυφώθηκε όταν κατέβαινε το φέρετρο του ποιητή στο τάφο και ο Άγγελος Σικελιανός χαιρετώντας τον είπε: «…Ηχήστε οι σάλπιγγες… / καμπάνες βροντερές / δονήστε σύγκορμη τη χώρα / πέρα ως πέρα… Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!
……………………………………………………………………..
Σημαίες της λευτεριάς, ξεδιπλωθείτε!»[4]

Το ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά είναι:

Τραγούδια της πατρίδος μου (1886)
Ύμνος εις την Αθηνάν (1889)
Τα μάτια της ψυχής μου (1892)
Ίαμβοι και ανάπαιστοι (1897)
Τάφος (1898)
Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης (1900)
Η ασάλευτη ζωή (1904)
Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907)
Η φλογέρα του Βασιλιά (1910)
Οι καημοί της λιμνοθάλασσας (1912)
Σατιρικά Γυμνάσματα (1912)
Η πολιτεία και η μοναξιά (1912)
Βωμοί (1915)
Τα παράκαιρα (1919)
Τα δεκατετράστιχα (1919)
Οι πεντασύλλαβοι- Τα παθητικά κρυφομιλήματα- Οι λύκοι- Δυό λουλούδια από τα ξένα (1925)
Δειλοί και σκληροί στίχοι (1928)
Ο κύκλος των τετράστιχων (1929)
Περάσματα και χαιρετισμοί (1931)
Οι νύχτες του Φήμιου (1935)
Βραδινή φωτιά (1944, μεταθανάτια έκδοση επιμελημένη από τον γιό του Λέανδρο).[5]
2. To κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της εποχής

Το κύριο στοιχείο της εποχής ήταν η αντίδραση των πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας που ανήκαν στον προοδευτικό χώρο.

Στο οικονομικό επίπεδο η κατάσταση ήταν άθλια. Οι κατώτερες οικονομικά τάξεις είχαν φτάσει σε σημείο απορίας, κυρίως από νέες φορολογίες, όπως η αύξηση του δασμού του σταριού το 1905. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1903 ο κάθε Έλληνας φορολογούταν με 49 χρυσές δραχμές ετησίως. Τα ¾ αυτών των χρημάτων πήγαιναν υπέρ πατριωτικών σκοπών.[6]

Αυτή η οικονομική κατάσταση μεγάλωσε ακόμα περισσότερο το χάσμα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, και το ζητούμενο της κάθε μίας. Οι πλουτοκράτες ήθελαν ακόμα περισσότερα, και οι αστοί είχαν συμμαχήσει με την εργατική τάξη με σκοπό τη διατήρηση τους, ενώ οι εργάτες μέσω αυτής της συμμαχίας επεδίωκαν την ανατροπή.

Οι αστοί της Ελλάδος, το 1907 είχαν φτάσει περίπου το μισό εκατομμύριο. Παρατηρήθηκε επίσης μία μεγάλη κινητικότητα αναφορικά με την οργάνωση και τη συγκρότηση συλλόγων, επιμελητηρίων, ενώσεων, σωματείων καθώς επίσης, και αγροτική κίνηση εξαιτίας της κρίσης της σταφίδας (1898-1906) και της εξέγερσης των Θεσσαλών ακτημόνων (1905-1910).[7]

Η αστική τάξη άρχισε να προωθείται ιδιαίτερα μετά το 1906 όπου η εξάπλωση της ναυτιλίας, η ύψωση της δραχμής και άλλοι λόγοι, θα προσδώσουν σε αυτή ταξική συνείδηση με μόνο σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της. Προς αυτή τη κατεύθυνση είναι επικεφαλείς οι συντεχνίες Αθήνας και Πειραιά. Το 1909 με υπομνήματα και συλλαλητήρια, αρχίζουν οι αντικυβερνητικές τους διαμαρτυρίες και παράλληλα έχουν αρχίσει να ξεσηκώνονται και οι εργάτες. Ένα μήνα μετά το Γουδί, για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, η κατάσταση δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα και τα συλλαλητήρια συνεχίζονταν.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1909, πενήντα χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν ζητώντας τη κατάργηση της ολιγαρχίας επιδίδοντας ένα ψήφισμα καθαρά επαναστατικό, το οποίο ανέφερε: «Ο λαός των Αθηνών και Πειραιώς συνήλθεν εις πάνδημον συλλαλητήριον διότι βλέπει ότι τα έννομα συμφέροντα του εθυσιάσθησαν υπό το ευρπόσωπον κάλυμμα ελευθέρου πολιτεύματος, οι δε αντιπρόσωποι του μετεβλήθησαν εις ιδιοτελή ολιγαρχίαν».[8]

Οι απαιτήσεις του συλλαλητηρίου ήταν:

Να επιβληθεί φόρος επί του εισοδήματος
Να προστατευθεί η παραγωγή
Να μεταβληθούν οι υπάλληλοι σε υπηρέτες του λαού
Να βελτιωθεί η τύχη των εργατών
Να χαρακτηριστεί η τοκογλυφία, ποινικό αδίκημα.[9]
Λίγο πριν το Γουδί, εμφανίστηκαν οι «Κοινωνιολόγοι», μία νέα ομάδα επιστημόνων, με προοδευτικές τάσεις, σπουδασμένων στο εξωτερικό, οι οποίοι ανέφεραν στο πρόγραμμα τους: «Τα υπάρχοντα προσωπικά κόμματα τα διαδεχόμενα άλληλα εκ περιτροπής εις την αρχήν, έχουν καταντήσει πειθήνια όργανα των συμφερόντων της κατεχούσης τα μέσα της παραγωγής τάξεως, ιδίως των εις διαφόρους εταιρίας συνησπισμένων κεφαλαιούχων, οίτινες, χωρίς να έχουν καμμίαν πολιτικήν ικανότητα κυβερνούν είτε αμέσως, είτε εμμέσως τον τόπον».[10]

Το 1905 εκδηλώθηκε το κίνημα του Θερίσου στη Κρήτη και το 1908 στη Τουρκία έγινε η επικράτηση των Νεότουρκων, γεγονότα με αντίκτυπο στην Ελλάδα όπου το 1909 εκδηλώθηκε το κίνημα στο Γουδί, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που προκλήθηκε από την αγανάκτηση για την εξαθλίωση του λαού.

Οι πιο πολλοί από αυτούς που το πραγματοποίησαν, κατώτεροι αξιωματικοί, φαντάροι, χωροφύλακες, ναύτες και λαός, είχαν αγνές και τίμιες προθέσεις και ζητούσαν λύσεις στα προβλήματα τους. Το πρόβλημα δεν ήταν στη βάση του κινήματος αλλά στη κορυφή του αφού αυτοί που βρίσκονταν σε αυτή δεν συμφωνούσαν πάντα με τα αιτήματα και τα ζητούμενα του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αρχηγός της επανάστασης συνταγματάρχης Ζορμπάς, ήταν τόσο «επαναστάτης» που δήλωνε κατά τη διάρκεια της: «Ποτέ μου δεν αμφέβαλον ότι αι επαναστάσεις κατά το μάλλον ή ήττον ομοιάζουν προς ακαθάρτους επιχειρήσεις!!!».[11]

Βλέποντας ο επαναστατημένος στρατός και ο λαός ότι η ηγεσία της επανάστασης είχε συμβιβαστικές τάσεις, αντέδρασε, με αποτέλεσμα κρούσματα αξιωματικών μέσα στους κόλπους της επανάστασης που θεωρήθηκαν «απειθαρχία» από την Επαναστατική Επιτροπή, πατάχθηκαν χωρίς κανένα οίκτο και οι «απείθαρχοι» διώχτηκαν από το κίνημα και φυλακίστηκαν. Μία παρόμοια στάση του ναυτικού αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο.[12]

Οι λαϊκές μάζες που στην αρχή της επανάστασης την είχαν ακολουθήσει μ’ ενθουσιασμό, ζήτησαν Συντακτική Συνέλευση η οποία θα ψήφιζε ένα νέο Σύνταγμα, δημοκρατικό το οποίο θα επέφερε ριζικές αλλαγές. Για να το καταφέρουν αυτό θεωρούσαν ότι το κατάλληλο άτομο ήταν ο γνωστός για την επαναστατική του δράση, Ελευθέριος Βενιζέλος ο οποίος όμως δεν ήταν σύμφωνος. Ο Βενιζέλος ζήτησε και πέτυχε τη συγκρότηση μίας Αναθεωρητικής Βουλής (Συνέλευσης», που το μόνο της έργο ήταν κάποιες καθαρά επιφανειακές τροποποιήσεις του Συντάγματος και κάποιες αλλαγές σε άρθρα του Συντάγματος, χωρίς καμία ουσία, θέλοντας να ηρεμήσει τα επαναστατικά στρώματα χωρίς όμως να διακινδυνεύει να ενοχλήσει τις ολιγαρχικές δυνάμεις.[13]

Οι δυνάμεις, οικονομικές και πολιτικές, των οποίων εναντίον είχε στραφεί το Γουδί, ανακουφίστηκαν, από τη τόσο βολική γι’ αυτούς εξέλιξη του επαναστατικού κινήματος. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Ασπρέα, συγγραφέα της εποχής, για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής: «Κατά την ανάθεσιν το πρώτον της Κυβερνήσεως υπό του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ εις τον Ελ. Βενιζέλον (6 Οκτωβρίου 1910), ο Στ. Σκουλούδης εζήτησε να αποτρέψη τον Βασιλέα από του «σφάλματος εκείνου» ως το εχαρακτήρισεν αλλ’ ο Γεώργιος…..(δεν συμφώνησε, με την άποψη του Σκουλούδη)……Μετά τα συμβάντα του Ιανουαρίου 1911 ο Γεώργιος εύρε την ευκαιρίαν εις συνομιλίαν των να είπη προς τον Σκουλούδην: «Δεν σας το έλεγα εγώ; Μόνον ένας επαναστάτης μπορεί να καταβάλη μίαν επανάστασιν». Και ο Σκουλούδης, ως εβεβαίου, απήντησεν εις τον Βασιλέα: «Βεβαίως Μεγαλειότατε, αρκεί να αποβάλη και δι’ εαυτόν τας ανατρεπτικάς ροπάς».[14]

3. Ο πιο τρανός καημός μου

Το ποίημα του Κωστή Παλαμά Ο πιο τρανός καημός μου ανήκε στη ποιητική συλλογή Η πολιτεία και η μοναξιά (1912).

Ὁ πιο τρανός καημός μου

Τὴν ὥρα τὴν ὑπέρτατη ποὺ θὰ τὸ σβῇ τὸ φῶς μου
ἀγάλια-ἀγάλια ὁ θάνατος, ἕνας θὲ νὰ εἶν᾿ ἐμένα
ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου.

Δὲ θὰ εἶν᾿ οἱ κούφιοι λογισμοί, τὰ χρόνια τὰ χαμένα,
τῆς φτώχειας ἡ ἔγνοια, τοῦ ἔρωτα ἡ ἀκοίμητη λαχτάρα,
μιὰ δίψα μέσ᾿ στὸ αἷμα μου, προγονικὴ κατάρα,
μήτε ἡ ζωή μου ἡ ἀδειανὴ συρμένη ἀπ᾿ τὸ μαγνήτη
πάντα τῆς Μούσας, μήτ᾿ ἐσύ, χιλιάκριβό μου σπίτι.

Ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου
θὰ εἶναι πῶς δὲ δυνήθηκα μ᾿ ἐσὲ νὰ ζήσω, ὦ πλάση,
πράσινη ἀπάνου στὰ βουνά, στὰ πέλαγα, στὰ δάση,
θὰ εἶναι πὼς δὲ χάρηκα σκυφτὸς μέσ᾿ στὰ βιβλία,
ὦ φύση, ὁλάκερη ζωή, κι ὁλάκερη σοφία![15]

Tο συγκεκριμένο ποίημα, αποτελεί έναν ύμνο στη φύση από τον ποιητή. Ως ύφος αλλά και θεματικά ανήκει στα ποιήματα που ο ίδιος ονομάζει, «ο λυρισμός του εμείς»4, τα οποία είναι επικές συνθέσεις. Σε αυτό το ποίημα είναι εμφανής η επίδραση του συμβολισμού αφού ο ποιητής αναφέρεται σε μία υπερβατική Ιδέα, αυτή της Φύσης.

Στο ποίημα ο Παλαμάς περιγράφει, μάλλον μέσα από προσωπικά βιώματα αφού αναφέρεται σε μία ζωή σκυφτός μέσα στα βιβλία οπότε μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι αναφέρεται στον εαυτό του, το παρελθόν και το μέλλον, τον θάνατο. Με το συνδυασμό αυτό, του παρελθόντος και του μέλλοντος, ανακαλεί το παρελθόν ως μνήμη και παράδοση ελληνική.7

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Παλαμάς στο ποίημα του είναι η δημοτική της οποίας εξάλλου ήταν και ένθερμος υποστηρικτής χωρίς να υπάρχουν σπάνιες ή ιδιωματικές λέξεις. Το ποίημα έχει επίσης ομοιοκαταληξία αλλά ελεύθερη και αποτελείται από λίγους στίχους.

Η φύση όπως την χρησιμοποιεί ο Παλαμάς δημιουργεί δύο θεματικά μοτίβα στο συγκεκριμένο ποίημα. Το πρώτο είναι η περιγραφή του δικού του, του προσωπικού του ψυχικού κόσμου μέσα από τη περιγραφή ενός εξωτερικού τοπίου, αυτού της φύσης. Μέσα από ένα μονόλογο, ο ποιητής προβάλλει τη ζωή που έζησε και που ήταν γεμάτη δύσκολες στιγμές και μοναξιά και την συγκρίνει με τη ζωή που θα μπορούσε να είχε ζήσει στο μεγαλειώδες περιβάλλον και τοπίο της φύσης.

Το δεύτερο θεματικό μοτίβο, είναι η τέχνη του σε συνδυασμό με τη φύση αφού η ενασχόληση του με τη ποίηση ήταν αυτή που δεν του επέτρεψε να ζει με τον τρόπο που αυτός ήθελε στη φύση παρά πέρασε τη ζωή του κλεισμένος σε εσωτερικούς χώρους διαβάζοντας και γράφοντας.

Το ποίημα είναι λυρικό και αυτό τονίζεται από τις περιγραφές που υπάρχουν οι οποίες συνθέτουν τον δυισμό του Παλαμά, στοιχείο γνώριμο της ποιητικής του.[16] Στο συγκεκριμένο ποίημα εκφράζεται μέσω της περιγραφής αντίθετων καταστάσεων οι οποίες τελικώς τονίζουν το μεγαλείο της φύσης.

Από τη μία λοιπόν ο ποιητής περιγράφει τη μοναχική ζωή που του επέβαλλε η ποίηση στην οποία όμως δεν μπορούσε και ο ίδιος να αντισταθεί αφού όπως αναφέρει η Μούσα του τον έσερνε με ένα μαγνήτη, και από την άλλη μία ζωή μέσα στη φύση, στα βουνά, τα πέλαγα και τα δάση, μία αντίθεση που σαφώς ευνοεί τη φύση.

Η φύση βέβαια για τον Παλαμά δεν αποτελεί απλώς ένα ωραίο τοπίο το οποίο θα του προσέφερε ηρεμία και γαλήνη. Έχει μία πιο δυναμική διάσταση αφού σε αυτή θεωρεί ο ποιητής ότι κρύβεται μία ζωή ολόκληρη αλλά και η σοφία που αυτός αναζητούσε στα βιβλία.

Το ποίημα αυτό αποτελεί στην ουσία το αντίτιμο που πλήρωσε ο Παλαμάς για το μέγεθος του. Μπορεί διανοητικά και λογοτεχνικά να μην ήταν αποκομμένος από τη κοινωνία αλλά αντίθετα να ήταν πλήρως συνδεδεμένος όπως διαφαίνεται και από το έργο του, αλλά η δική του ζωή ήταν μοναχική, σχεδόν ασκητική για να μπορέσει να δημιουργήσει τη ποίηση του.

Τη διατύπωση και τη περιγραφή του ασκητικού Παλαμά για τη δημιουργία της τέχνης του την έκανε καλύτερα ο Άγγελος Σικελιανός σε μία ομιλία του στον Παρνασσό το 1936 με θέμα Ο Παλαμάς ασκητής και μύστης. Για να μπορέσει να κατανοήσει τις θυσίες και τη μοναξιά που χαρακτήριζε τον Παλαμά ώστε να γεννήσει ένα τόσο μεγαλοπρεπές έργο τον αποκάλεσε «άγιο»:
«Ο Παλαμάς μόχθησε, έλπισε, αγάπησε, αιμάτωσε, αγωνίστηκε, ενίκησε, για μας. Ο Παλαμάς λοιπόν, είναι ένας άγιος».[17]

Το ποίημα Ο πιο τρανός καημός μου καταδεικνύει ότι όντως αυτή ήταν η ζωή του ποιητή. Χαμένα χρόνια, μέσα στη φτώχεια και μία ζωή άδεια χωρίς έρωτα και άλλες χαρές που προσφέρει η άνετη και ευτυχισμένη ζωή.

Στο ποίημα αυτό εκτός από το παράπονο του ποιητή φαίνεται να εκφράζεται και η απογοήτευση του αλλά παράλληλα και η έντονη σύνδεση με τη ποίηση του. Ο ίδιος θεωρεί ότι η φύση ήταν σε θέση να του προσφέρει και τη ζωή που δεν έζησε αλλά και την σοφία που αναζήτησε και κατέκτησε μέσω της μελέτης του. Ε

Εντούτοις, γνωρίζει και ο ίδιος πως δεν θα μπορούσε να πράξει αλλιώς αφού η ενασχόληση του με την ποίηση δεν ήταν επιλογή την οποία θα μπορούσε να έχει απορρίψει, αλλά «προγονική κατάρα» και ο μαγνήτης της Μούσας στα οποία δεν θα μπορούσε να έχει αντισταθεί.

Συμπέρασμα

Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ένας ποιητής που το έργο του δεν ήταν μόνο λογοτεχνικό αλλά και κοινωνικό. Σε μία Ελλάδα που ανυψωνόταν μετά από μία λαϊκή επανάσταση συνέβαλλε και αυτός σε αυτή την ανύψωση αναλαμβάνοντας την ευθύνη του ως πνευματικό πρόσωπο. Δεν απομονώθηκε στη τέχνη του βρίσκοντας άλλοθι για τη μη συμμετοχή του αλλά συνείσφερε μέσω αυτής σε ένα βαθύτερο όραμα, μίας ανανεωμένης Ελλάδας.

Αυτή υμνεί και μέσω του ποιήματος του και πιο συγκεκριμένα την ελληνική φύση εκφράζοντας όμως παράλληλα το κόστος που πλήρωσε γι’ αυτή του την ενασχόληση, τη μοναξιά και τη δέσμευση της ζωής του στη ποίηση μην επιτρέποντας στον εαυτό του να γευτεί άλλες χαρές.

Το συγκεκριμένο ποίημα αποτελεί ένα συνδυασμό λυρικού και επικού, δραματικού αλλά και φιλοσοφικού. Μέσα σε λίγους στίχους ο ποιητής εκφράζει το μεγαλείο της φύσης αλλά και τον μοναχισμό της δικής του ζωής, μία πορεία προδιαγραμμένη από τη μοίρα όμως, μία ανθρώπινη θυσία σε κάτι πνευματικά μεγαλειώδες.

Πηγή: antikleidi