01/12/2020

Η Martorana του Παλέρμο: υπέροχο παράδειγμα βυζαντινής τέχνης.

Η εκκλησία της S. Maria dell’Ammiraglio ιδρύθηκε υπό τον Βασιλιά Ρότζερ το 1143 από τον Ναύαρχο Giorgio d’Antiochia, Σύριο Χριστιανορθόδοξο, στα αρχαία τείχη της πόλης, κοντά σε γυναικείο μοναστήρι Βασιλείου. Πουλήθηκε στις αρχές του 12ου αιώνα στους Έλληνες κληρικούς, αργότερα έγινε η έδρα του Δικαστηρίου Πρετόρια του Παλέρμου, το οποίο διοικούσε 

Ο ναός χαρακτηρίζεται από ποικιλία ρυθμών, καθώς με το πέρασμα των αιώνων εμπλουτίστηκε με τον κάθε φορά ρυθμό στην τέχνη. Σήμερα είναι ένα προστατευόμενο, ιστορικό μνημείο.

Το 1194-94 ιδρύθηκε μία μονή για βενεδικτίνες μοναχές, σε γειτονική ιδιοκτησία, από την Ελοΐζα Μαρτοράνα. Το 1433-34, όταν βασιλιάς ήταν ο Αλφόνσος Ε΄ της Αραγωνίας, η μονή απορρόφησε τον ναό, που από τότε είναι κοινώς γνωστός ως Η Μαρτοράνα. Οι μοναχές έκαναν εκτεταμένες μετατροπές από τον 16ο ως τον 18ο αι. στη δομή και τον εσωτερικό διάκοσμο του ναού. Οι μοναχές της μονής ήταν περίφημες για το εύπλαστο μάρτσιπαν, που του έδιναν μορφές φρούτων. Αν και η μονή δεν υπάρχει πια, τα φρούτα της Μαρτοράνας είναι από τα πιο διάσημα εδέσματα του Παλέρμο.

Το αρχικό κτήριο κτίστηκε στον ελληνικό τύπο του σταυροειδούς ναού εγγεγραμμένου σε τετράγωνο, ενός σταθερού μεσοβυζαντινού τύπου, που ήταν κοινός στη νότιο Ιταλία και τη Σικελία. Πρόκειται για μία παραλλαγή του, καθώς τα τρία ημιθόλια στα ανατολικά εφάπτονται άμεσα στο κύριο κτήριο και δεν χωρίζονται από εσοχές, όπως είναι το σύνηθες στους ναούς της εποχής αυτής στα Βαλκάνια και τη Μ. Ασία. Κατά τον πρώτο αιώνα της ύπαρξής του, το κτήριο επεκτάθηκε σε τρεις διακριτές φάσεις: πρώτα με την προσθήκη νάρθηκα για τη στέγαση των τάφων του Γεωργίου Αντιοχέως και της συμβίας του. Έπειτα με την προσθήκη προέκτασης στα δυτικά και τρίτο με το κτίσιμο κωδωνοστασίου στη μέση της δυτικής πλευράς. Το κωδωνοστάσιο -που είναι πλούσια διακοσμημένο με αψιδωτά παράθυρα σε τρεις ρυθμούς, χωρισμένα με κιονίσκους- είναι η κύρια είσοδος. Άλλες σημαντικές μετέπειτα μεταβολές είναι η προσθήκη μπαρόκ πρόσοψης, στη βόρεια πλευρά της προέκτασης, με θέα προς την πλατεία. Στα τέλη του 19ου αι. το κτήριο ανακαινίστηκε με σεβασμό την ιστορία του ναού: έγινε προσπάθεια να επιστρέψει το κτήριο στην αρχική του κατάσταση, ωστόσο πολλά στοιχεία μπαρόκ παρέμειναν.

Ορισμένα στοιχεία του ναού, όπως η εξωτερική του διακόσμηση, προδίδουν τις αραβικές αρχιτεκτονικές επιρροές στη Σικελία των Νορμανδών Ωτβίλ. Ένα διάζωμα με αφιερωματική επιγραφή περιτρέχει ψηλά τους εξωτερικούς τοίχους του κτηρίου. Αν και είναι στα ελληνικά, η αρχιτεκτονική μορφή της επιγραφής είναι ισλαμική της βόρειας Αφρικής. Οι διακοπτόμενες εσοχές των εξωτερικών τοίχων, προέρχονται όμοια από την ισλαμική αρχιτεκτονική. Στο εσωτερικό, μία σειρά ξύλινων δοκών στη βάση του τρούλου, φέρουν ζωγραφιστή επιγραφή από τη μεγάλη δοξολογία και τον επινείκιο ύμνο της λειτουργίας, στην αραβική γλώσσα. Ο ναός κατέχει ένα περίτεχνο ζεύγος ξυλόγλυπτων θυρών, που φέρουν την παράδοση των Φατιμιδών της βόρειας Αφρικής. Σήμερα οι θύρες είναι στη νότια πρόσοψη της προέκτασης του κτηρίου. Με τις αραβικές αυτές επιρροές, η Μαρτοράνα συγκρίνεται με το υβριδικό Παλατινό Παρεκκλήσιο του Παλέρμο, που περιέχει μείξη Βυζαντινών και ισλαμικών μορφών.

Μπαίνοντας στο πρώτο σώμα του κτηρίου – ανακατασκευή του δέκατου όγδοου αιώνα με τοιχογραφημένες θόλους από τους Olivio Sozzi, Antonio Grano και Guglielmo Borremans – δύο ψηφιδωτές διακοσμήσεις στο μπροστινό μέρος του αρχικού σώματος απεικονίζουν έναν Ρότζερ Β ‘ντυμένο ως βυζαντινό αυτοκράτορα και στεμμένο βασιλιά με το χέρι του Ιησού Χριστού. Το άλλο είναι η αφιέρωση της εκκλησίας στην Παναγία από τον ανατολικό ναύαρχο Γεώργιο της Αντιόχειας, ο δεύτερος αντιπροσώπευε σε μια ταπεινή πράξη προσκύνησης ενώπιον της Παναγίας. Στον δυτικό τοίχο του ίδιου δωματίου υπάρχει μια πινακίδα που τιμά τη μνήμη του εθνικού ήρωα των Αλβανών με τη χαρακτική του Κωνσταντινουπολίτικου αετού διπλής κεφαλής, σύμβολο των Αλβανών. Στο πλάι, βυζαντινές εικόνες της επιτροπής  Arbëreshe στολίζουν την εκκλησία.

Ο ναός είναι περίφημος για το θεαματικό εσωτερικό του, στο οποίο κυριαρχούν τα ψηφιδωτά του 12ου αι., εκτελεσμένα από Βυζαντινούς τεχνίτες. Αυτά παρουσιάζουν εικονογραφικές μαι μορφικές ομοιότητες με τα ψηφιδωτά της Καπέλα Παλατίνα, του καθεδρικού του Μονρεάλε και του καθεδρικού της Τσεφαλού, αν και πιθανόν εκτελέστηκαν από διαφορετική ομάδα καλλιτεχνών.

Στους τοίχους υπάρχουν δύο ψηφιδωτά, που αρχικά ήταν στη Νορμανδική πρόσοψη· πρώτα του Ρογήρου Β΄ βασιλιά της Σικελίας, κυρίου του Γεωργίου Αντιοχέως μεγάλου ναυάρχου της Σικελίας. Ο Ρογήρος στέφεται από τον Χριστό· η απεικόνιση του Ρογήρου Β΄ είναι πολύ σημαντική, ως προς τον τρόπο που εμφανίζεται: οι ρήγες ελάμβαναν το στέμμα από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα από την Κωνσταντινούπολη, ή αργότερα στη Δύση από τον πάπα. Όμως εδώ ο Ρογήρος Β΄ φέρει Βυζαντινά βασιλικά ενδύματα και στέφεται από τον ίδιο τον Χριστό, κατά το βυζαντινό έθος. Πράγματι ο Ρογήρος Β΄, από κατακτητής της Σικελίας και κόμης της, κλήθηκε ρήγας της και βασιλιάς (= αυτοκράτορας). Επάνω υπάρχει η επιγραφή ΡΟΓΕΡΙΟC ΡΗΞ – ΙC XC. Στον βόρειο τοίχο του πλάγιου κλίτους βρίσκεται το δεύτερο ψηφιδωτό με τον ίδιο τον Γεώργιο Αντιοχέα, γονυπετή εμπρός από τη Θεοτόκο. Επάνω από τον Γεώργιο υπάρχει η επιγραφή ΔΟΥΛΟΥ ΔΕΗCΙC CΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΑΜΗΡΑ, ενώ η Θεοτόκος κρατά ειλητό, το οποίο γράφει τα λόγια της, που απευθύνονται στον γιο της Χριστό : ΤΟΝ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΔΕΜΑΝΤΑ ΤΟΝΔΕ ΜΟΙ ΔΟΜ[ΟΝ] ΓΕΩΡΓΙΟΝ ΠΡΩΤΙCΤΟΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ ΟΛΩΝ, ΤΕΚΝΟ ΦΥΛΑΤΤΕΙC ΠΑΝΓΕΝΕΙ ΠΑCHC BΛΑΒΗC, ΝΕΜΕΙC ΤΕ ΤΗΝ ΛΥΤΡΩCIN ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΩΝ. EXEIC ΓΑΡ ΙCΧΥΝ ΩC Θ[ΕΟ]C MONOC ΛΟΓΕ.

Το κεντρικό κλίτος έχει τον Χριστό ως Παντοκράτορα, περιτρυγιρισμένο από τους αρχαγγέλους Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ και Ουριήλ. Πιο κάτω βρίσκονται οι οκτώ προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και στα λοφία (σφαιρικά τρίγωνα) οι τέσσερις ευαγγελιστές της Νέας Διαθήκης. Στον θόλο του κεντρικού κλίτους αναπαριστάται η Γέννηση του Χριστού και η Κοίμηση της Θεοτότοκου.

 

Πληροφορίες απο το el.wikipedia