15/04/2021

Η αεροπορική τραγωδία στις Ανδεις το 1972 -Επιζών θυμάται: «Πώς φτάσαμε στον κανιβαλισμό»

BINTEO

Επιζών της πτήσης Uruguayan Air Force 571: “Καμία επιλογή, έπρεπε να φάμε τους νεκρούς φίλους μας”

 

Τη συγκλονιστική ιστορία των επιζώντων της πτήσης της Uruguayan Air Force 571 που συνετρίβη στις 13 Οκτωβρίου του 1973 στις Άνδεις έφερε ξανά στην επικαιρότητα ένας από τους ανθρώπους που έζησε εκίνη την τραγωδία.

 

Ο José Luis «Coche» Inciarte ήταν ένας από τους 16 άντρες που διέφυγαν από το θάνατο όταν το ναυλωμένο αεροσκάφος κατέπεσε μεταξύ Χιλής και Αργεντινής. Διασώθηκαν 72 ημέρες αργότερα, αφού οι επιζώντες. Δρ. Roberto Canessa, Nando Parrado και Antonio Vizint, ταξίδεψαν για 10 ημέρες διασχίζοντας τα αφιλόξενα βουνά για να ζητήσουν βοήθεια, ενώ όσοι είχαν απομείνει στο σημείο της συντριβής αναγκάστηκαν να φάνε τις σορούς των νεκρών φίλων τους για να επιβιώσουν.

Δίνοντας μετά από χρόνια συνέντευξη στην πρωινή εκπομπή του ITV, «This Morning», ο Coche εξήγησε ότι έπρεπε να «κάνει μια μεγάλη προσπάθεια ενέργειας και νου» για να μπορεί να φάει τη σάρκα των φίλων του, αλλά επέμεινε ότι δεν έζησε με τις ενοχές.

Αφού ρωτήθηκε αν είχε συμβιβαστεί με τις αναμνήσεις του, είπε: «Όχι, η ιστορία δεν ζει μαζί μου. Ζω τη ζωή μου όπως φαντάστηκα εκείνες τις ημέρες και όταν έχω διάφορα επίπονα προβλήματα σκέφτομαι τις Άνδεις. Έτσι, το πρόβλημα φαίνεται να είναι πολύ μικρότερο με εκείνο που αντιμετωπίσαμε, οπότε με βοηθά, αλλά δεν είναι μέρος της ζωής μου».

Ο Coche ήταν ένας από τους 45 επιβάτες της πτήσεις 571 της Πολεμικής Αεροπορίας της Ουρουγουάης, όταν έπεσε σε μια οροσειρά τυλιγμένη σε ομίχλη κατά τη διάρκεια πτήσης από το Σαντιάγο προς το Μοντεβιδέο.

Δώδεκα άντρες πέθαναν λόγω της πρόσκρουσης, άλλοι πέντε μέσα σε λίγες ώρες και ένας ακόμη μία εβδομάδα αργότερα. Μία νέα τραγωδία χτύπησε ξανά τη 17η ημέρα της δοκιμασίας τους όταν χιονοστιβάδα σκότωσε οκτώ ακόμη επιβάτες.

Οι επιζώντες είχαν λίγη τροφή και καμία πηγή θερμότητας στις δύσκολες συνθήκες σε υψόμετρο άνω των 3.600 μέτρων.

Αντιμέτωποι με τη λιμοκτονία και την κακή ψυχολογία όταν άκουσαν στο ραδιόφωνο ότι η αναζήτηση τους είχε εγκαταλειφθεί, όσοι επέζησαν τρέφονταν με τους νεκρούς συεπιβάτες τους που είχαν διατηρηθεί εξαιτίας του πάγου.

«Δεν υπήρχε άλλη επιλογή αν θέλατε να μείνετε ζωντανοί», είπε ο Coche. «Μαζευτήκαμε όλοι μαζί και συζητήσαμε αν θα το κάνουμε ή όχι. Το να μην το κάνουμε φάνηκε να σημαίνει ότι πεθαίνεις, έτσι όλοι αποφάσισαν να φάνε.

Όταν προσπαθείς να πέρεις ένα κομμάτι σάρκας από το σώμα του φίλου σας, το παγωμένο σώμα του, το χέρι δεν υπακούει και πρέπει να καταβάλεις μεγάλη προσπάθεια ενέργειας και νου για να κάνεις το χέρι σου να υπακούσει. Και υπακούει, αλλά όχι αμέσως.

Το ίδιο συνέβη και με το άνοιγμα στόματος για να φας γρήγορα και να καταπιείς» συμπλήρωσε με ψυχραιμία.

Η ομάδα σώθηκε όταν ο Canessa, ο Parrado και ο Vizint συνάντησαν κατά την κατάβαση τους από τα βουνά της Χιλής το βοσκό Sergio Catalán, ο οποίος τους έδωσε φαγητό και στη συνέχεια ειδοποίησε τις αρχές.

Όταν ρωτήθηκε αν πίστευε ότι θα έβγαινε ζωντανός, ο Coche είπε: «Τις περισσότερες ημέρες πίστευα ότι θα έβγαινα ζωντανός από εκεί… Είχα μεγάλη εμπιστοσύνη στους τρεις ότι θα τα καταφέρουν να φτάσουν σε κάποιο μέρος για βοήθεια και το έκαναν.

Αλλά άλλες μέρες, εκείνες τις τρομερές ημέρες της αναμονής, σκέφτηκα ότι δεν θα έφταναν σε κανένα μέρος, οπότε έβαλα την ημερομηνία του θανάτου μου στις 24 Δεκεμβρίου».

Η οδυνηρή ιστορία του Coche εκτυλίσσεται στην ταινία «Alive» του 1993 και ο επιζών είπε ότι «Μερικά πράγματα έχουν επινοηθεί και άλλα είναι αλήθεια. Η ταινία έγινε πολύ καλή με όλα τα εφέ, αλλά ποτέ δεν πέσαμε σε μια τρύπα στο χιόνι, ενώ και εγώ δεν έχω παίξει ποτέ σε όλη μου τη ζωή κιθάρα, όπως εμφανίζεται ο χαρακτήρας μου στην ταινία».

Ο José Luis ‘Coche’ Inciarte ήταν ένας από τους 45 επιβάτες, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας ράγκμπι Old Christian.

Γράφοντας για τη Daily Mail το 2016, ο Δρ. Roberto Canessa, ένας από τους τρεις που κατάφερε να ειδοποιήσει τις αρχές, έγραψε ότι «Παρά τη θλίψη και το σοκ μας, δεν είχαμε απελπιστεί. Παρόλο που εμείς αναζητώντας βοήθεια δεν είχαμε επαφή με ραδιόφωνο ή με τηλέφωνο, πιστεύαμε ακράδαντα ότι η διάσωση μας θα συνέβαινε ανά πάσα στιγμή.

«Οι αρχές της Χιλής γνώριζαν ότι το αεροπλάνο είχε χάσει την επαφή ενώ βρισκόμασταν στους πρόποδες των Άνδεων, από την πλευρά της χώρας τους, 150 χιλιόμετρα περίπου μακριά από τον τελικό προορισμά μας. Και το υψόμετρο μας, σύμφωνα με τους δείκτες του κατεστραμένου αεροπλάνου, είχε κολλήσει στα 7.000 πόδια (αργότερα μάθαμε ότι αυτό ήταν λάθος καθώς η βελόνα είχε καταστραφεί κατά τη συντριβή. Στην πραγματικότητα το υψόμετρό μας ήταν πολύ μεγαλύτερο).

Συγκεντρώσαμε ό, τι φαγητό μπορούσαμε να βρούμε. Αν και υπήρχαν πολύ λίγα, το μοιράσαμε, όπως και τα ρούχα στις αποσκευές».

kourdistoportocali

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *