14/04/2021

Γιώργος Σεφέρης: Οι 46 επιστολές στην αδελφή του, ο θάνατος μετά το χειρουργείο και η αντιδικτατορική κηδεία

Γιώργος Σεφέρης: Οι 46 επιστολές στην αδελφή του, ο θάνατος μετά το χειρουργείο και η αντιδικτατορική κηδεία

 

Ο Γεώργιος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στη Σμύρνη. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού Σεφεριάδη (1873-1951) – δικηγόρου, σημαντικού κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης και ανθρώπου με λογοτεχνικές ανησυχίες – και της Δέσποινας Τενεκίδη με καταγωγή από τη Νάξο.

 

Της: Έπη Τρίμη

Το ζευγάρι είχε άλλα δυο παιδιά, τον Άγγελο (1905-1950) και την Ιωάννα (1902-2000), σύζυγο του φιλόσοφου και πολιτικού Κωνσταντίνου Τσάτσου.

Το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας

Ήταν Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και διπλωμάτης. Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963. Γραμματολογικά ανήκει στη «Γενιά του ’30».

Οι σπουδές νομικής και το διδακτορικό

Ο  Γιώργος Σεφέρης ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1906 στη Σμύρνη και τις ολοκλήρωσε το 1918 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του από το 1914. Στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, από την οποία αποφοίτησε με διδακτορικό το 1924. Τα χρόνια παραμονής του στο Παρίσι ήταν καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ποιητικής του φυσιογνωμίας. Ήταν η εποχή που το κίνημα του μοντερνισμού βρισκόταν στην ακμή του.

Η καριέρα ως διπλωμάτης και ο  γάμος με τη Μαρώ Ζάννου

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών (1926), αρχίζοντας έτσι μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα, που κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρεσβευτή της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Στις 10 Απριλίου του 1941, μία ημέρα μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, είχε νυμφευτεί στην Πλάκα τη Μαρώ Ζάννου, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.

Ο Γ. Σεφέρης στο ραδιόφωνo του BBC

Στα ελληνικά γράμματα ο Γιώργος Σεφέρης εμφανίστηκε το 1931, με την ποιητική συλλογή Στροφή, η οποία από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας της προκάλεσε το ενδιαφέρον της λογοτεχνικής κοινότητας της Αθήνας, με θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Οι θαυμαστές του -Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης- υποστήριξαν ότι η Στροφή εγκαινιάζει μια καινούργια εποχή για την ελληνική ποίηση, ενώ οι επικριτές του, όπως ο Άλκης Θρύλος και ο Τάκης Παπατσώνης, ισχυρίστηκαν ότι η ποίηση του Σεφέρη είναι σκοτεινή και εγκεφαλική, χωρίς πραγματικό συναίσθημα.

Με την πάροδο του χρόνου, η Στροφή απέκτησε τεράστιο συμβολικό βάρος, επειδή θεωρήθηκε από την κριτική ότι έστρεψε την ελληνική ποίηση από την παραδοσιακή στη μοντέρνα γραφή. Ο Μοντερνισμός του Σεφέρη, παρατηρεί ο Γιώργος Θεοτοκάς, υπήρξε «ένας μοντερνισμός τολμηρός, αλλά που κρατούσε το νήμα της παράδοσης, με αίσθημα ευθύνης και με σεβασμό για τη γλώσσα».

Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε, αλλά και το ειδικό βάρος των Κατσίμπαλη και Καραντώνη στα λογοτεχνικά πράγματα, τον βοήθησε να επιβληθεί ως ένας πολλά υποσχόμενος νέος ποιητής. Η καθιέρωση του Σεφέρη ως μείζονος ποιητή έγινε το 1935, με την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το έργο βλέπουμε πλήρως διαμορφωμένα τα σύμβολα που συνθέτουν την ποιητική μυθολογία του Σεφέρη: το «ταξίδι», οι «πέτρες», τα «μάρμαρα», τα «αγάλματα», η «θάλασσα», ο «Οδυσσέας» κ.ά.

 

Ο δοκιμιακός λόγος

Εκτός από το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Γιώργος Σεφέρης διακρίθηκε και στον δοκιμιακό λόγο, με μία σειρά ρηξικέλευθων κριτικών δοκιμίων, στα οποία τόνισε τη σημασία της ελληνικής παράδοσης και ανέδειξε το έργο περιθωριακών μορφών της, όπως του Γιάννη Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου. Το μεταφραστικό του έργο είναι μικρό σε ποσότητα, αλλά σημαντικό. Μετέφρασε δύο έργα του Αμερικανού ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ (Έρημη Χώρα και Φονικό στην Εκκλησιά), ενώ μετέφερε στη νέα ελληνική δύο έργα της Βίβλου (Άσμα Ασμάτων και Αποκάλυψη του Ιωάννη). Ο Τ.Σ. Έλιοτ, ηγετική φυσιογνωμία της μοντερνιστικής ποίησης του 20ου αιώνα, ήταν ο ποιητής που τον επηρέασε όσο κανένας άλλος.

Το βραβείο Νόμπελ

Από τη δεκαετία του ’50 το έργο του Γιώργου Σεφέρη μεταφράστηκε και εκτιμήθηκε στο εξωτερικό. Συνεπεία αυτού ήταν η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1963, «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.

Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, έσπασε τη σιωπή του στις 28 Μαρτίου του 1969 και στηλίτευσε τη χούντα με την περίφημη δήλωσή του στο ραδιόφωνο του BBC. «Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά» τόνισε μεταξύ άλλων.

Τα μελοποιημένα τραγούδια

Αρκετοί συνθέτες έχουν ενσκήψει στο έργο του Σεφέρη και μελοποιήσει ποιήματά του, όπως οι Μίκης Θεοδωράκης, Νίκος Μαμαγκάκης, Μίλτος Πασχαλίδης, Αδελφοί Κατσιμίχα, Ηλίας Ανδριόπουλος, Δήμος Μούτσης, Αργύρης Μπακιρτζής, Δημήτρης Αγραφιώτης, Θεόδωρος Αντωνίου, Λεωνίδας Ζώρας, Θεόδωρος Καρυωτάκης, Περικλής Κούκος, Γιώργος Κουρουπός, Γεώργιος Πονηρίδης, Θάνος Μικρούτσικος και Τζον Τάβενερ.

Οι 46 επιστολές στην αδελφή του Ιωάννα Τσάτσου

Από τη μάρκα των τσιγάρων του ως τους έρωτές του κι απ’ τους πονόδοντους ως τις σχέσεις με το λογοτεχνικό σινάφι και τις συνομιλίες πίσω από κλειστές πόρτες για το Κυπριακό, ο ποιητής, ο διπλωμάτης, ο διανοούμενος και ο ιδιωτικός Σεφέρης έχουν ψηλαφηθεί εκτεταμένα. Επομένως, πού βρίσκεται το ενδιαφέρον μιας τέτοιας έκδοσης, που διαβάζεται ομολογουμένως λαίμαργα;

Πιθανόν ακριβώς σε αυτό, στο ότι επιβεβαιώνει τη γνωστή εικόνα ιδωμένη μέσα από τον πολύ οικείο και συγχρονικό φακό της αδελφικής σχέσης, στη διάρκεια μιας μακράς αλληλογραφίας 810 επιστολών που ανταλλάσσουν τα δύο αδέλφια από το 1919, όταν ο Γιώργος είναι φοιτητής στο Παρίσι, ως το 1970, έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του.

Η πλήρης και αψιμυθίωτη έκδοση των επιστολών τεκμηριώνει ένα υπαρκτό πρόσωπο, με τα συμπαθητικά και τα αντιπαθητικά του στοιχεία, και όχι έναν μυθοπλαστικό Σεφέρη, κατασκευασμένο μεθοδικά από τον ίδιο τον ποιητή, όπως έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί – και η γνώση ότι η αμφιθυμία και η αμφισημία του ποιητή είναι στοιχεία αυθεντικά και όχι σκηνοθετημένα γίνεται ένα σταθερό σημείο εκκίνησης για την προσπέλαση του πολύτροπου έργου του.

 

«Κανείς άλλος παρά εσύ»

Από τις επιστολές που ανταλλάσσουν τα δύο αδέλφια, που απόκεινται στα αρχεία Κωνσταντίνου και Ιωάννας Τσάτσου και Σεφέρη στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα-Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, δημοσιεύονται σ’ αυτόν τον τόμο, που περιλαμβάνει μονάχα τις επιστολές του Γιώργου, 46 επιστολές, των ετών 1934-1939, με τις 33 από αυτές να αποστέλλονται το 1937 από την Κορυτσά, όπου ο Γιώργος έχει διοριστεί πρόξενος.

Η σχέση του με τη Μαρώ είναι φρέσκια και το πόστο τού είναι επαχθές. «Όταν έφτασα στην Κορυτσά, ανέβηκα σ’ ένα λόφο και κοίταξα τριγύρω.

Όλο βουνά από παντού και στη μέση ένα τηγάνι, αυτό ήταν το τοπίο μου. Ποτέ δεν είχα σωστότερη εικόνα. Μέσα σ’ αυτό το τηγάνι τηγανίζομαι με σιγανή σιγανή φωτιά και το χειρότερο είναι ότι το τηγάνισμα τούτο σου δίνει το συναίσθημα της αιωνιότητας…» γράφει στην αδελφή του, που την προσφωνεί αγαπητικά «Μπαμπούλι» (αδελφούλι) (2.7.1937).

Ο Σεφέρης στην Κορυτσά βασανίζεται και πλήττει. Θα μπορούσε να αναμειχθεί στα τοπικά πολιτικά ζητήματα της ελληνικής κοινότητας της Κορυτσάς, αλλά προτιμά να κρατά στάση σταθερά απόμακρη, γράφει ο Μπίτον στη βιογραφία του. Γιατί; Στην επιστολή προς την αδελφή του βρίσκουμε εξήγηση: «…Μπαίνεις μέσα σ’ αυτό το συναίσθημα, όπως μπαίνεις μέσα σ’ ένα πουκάμισο, το πουκάμισο του Νέσσου, κολλάει πάνω στο πετσί σου και τρέχα να βγεις έξω έπειτα, φιλαράκο. Οσο λιγότερες κινήσεις κάνεις τόσο το καλύτερο».

Η Ιωάννα είναι ο σύνδεσμός του με τον κόσμο, τον έξω και τον μέσα του: «Κατά βάθος κανείς άλλος δε μπορεί να είναι στερεά κοντά μου παρά εσύ» (25.1.1937). Από την Κορυτσά της στέλνει τακτικά γράμματα, όπως και στον Κωστάκη, και διαμαρτύρεται όταν αργούν να του απαντήσουν: «Θέλετε να σας γράφω ή όχι; Αν θέλετε, πρέπει να μου γράφετε κι εσείς.

Αλλιώς μου είναι ολωσδιόλου αδύνατο να χρησιμοποιώ το κενό για γραμματοκιβώτιο». Οι επιστολές σκιαγραφούν τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, τη σχέση εμπιστοσύνης με το ζεύγος Τσάτσου, την τρυφερή έγνοια για τον Άγγελο και την υγεία του και τη γραφειοκρατική σχέση με τον «γέρο», τον διαπρεπή νομικό πατέρα.

Ο αστός Σεφέρης

Στην Ιωάννα, έμπειρη οικοδέσποινα της αθηναϊκής κοινωνίας, απευθύνεται ο Γιώργος για τη φροντίδα πρακτικών ζητημάτων. Την Πρωτοχρονιά του 1937, της ζητεί να του στείλει μια υπηρέτρια, αλλά και εξοπλισμό απαραίτητο για το νοικοκυριό του στην Κορυτσά και τις κοινωνικές υποχρεώσεις του προξένου: ένα ράντζο, κρασί του τραπεζιού, δυο-τρεις κάσες Δεμέστιχα μαύρο, ελληνική σαμπάνια, μαστίχα και κονιάκ (κοινό Βαρβαρέσου και V.S.O.P. Καμπά), διάφορα σαπούνια (Αλεπουδέλλης και Bull soap), ένα ξύλο για το ρολό τουαλέτας, μια ξύστρα μολυβιών, ένα κομψό επιτραπέζιο ημερολόγιο σαν ανοιχτό βιβλίο, σοκολάτες Παυλίδη, καλό λάδι και 3.000 τσιγαρέτα Παπαστράτου 1, με την υπογράμμιση σε κουτιά τενεκεδένια, για να μην ξεραίνονται.

Ο αναγνώστης καταβροχθίζει αυτές τις λεπτομέρειες που ζωντανεύουν τον υλικό πολιτισμό και τον τρόπο ζωής μιας προνομιούχας τάξης του Μεσοπολέμου, των περίφημων αστών της γενιάς του 1930.

«Ερωτικό ή λαβωμένο αγρίμι»

Απ’ αυτή την «εξορία» της Κορυτσάς, ο Γιώργος εμπιστεύεται στους Τσάτσους τα ερωτικά του. «Τη Μαρίκα θέλω να τη θεωρείς σαν γυναίκα μου» γράφει στον Κωστάκη, ο οποίος μεταφέρει επιστολές του στη Μαρώ. «Χωρίς αυτή δεν μπορώ να ζήσω». Όλοι ανησυχούν για την εξέλιξη αυτής της σχέσης, που θα καταλήξει σε έναν (προσωρινό όπως αποδείχθηκε) χωρισμό τον Ιούλιο του 1937, όταν ο Ανδρέας Λόντος, σύζυγος της Μαρώς, θα τη βάλει να επιλέξει ανάμεσα στον Γιώργο ή στα παιδιά της. Από το Πήλιο, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ο Γιώργος θα γράψει στην Ιωάννα:

«Η υπόθεση Μαρώ έπαψε απολύτως να μ’ ενδιαφέρει». Θα ξεχαστεί στην ερωτική αγκαλιά της Άννας Καραμάνου, συζύγου κορυφαίου γιατρού της εποχής, μετέπειτα Άννας Σικελιανού, και θα εστιάσει το ενδιαφέρον του στην αινιγματική και κλειστή «Κλέλια», «έναν πληγωμένο άνθρωπο χωρίς ξεσπάσματα», που θα τον απασχολήσει αρκετά ζητώντας τη μεσολάβηση και τις συμβουλές της αδελφής του για να την ερμηνεύσει.

Προς τη δόξα τραβά

Παράλληλα δουλεύει όσο μπορεί, στέλνει ποιήματα στον Κατσίμπαλη για τα Νέα Γράμματα και δοκίμια, που θα οργανωθούν αργότερα στους τόμους των Δοκιμών. Όταν μαθαίνει ότι η συλλογή Μυθιστόρημα του 1935 δημοσιεύεται στα γαλλικά σε μετάφραση του Μποντ-Μποβί, το ανακοινώνει καταλεπτώς στην Ιωάννα: «Αυτά σου τα γράφω γιατί ξέρω πως σε ενδιαφέρει η δόξα του αδελφού σου. Άλλωστε ο αδελφός σου μόνο με τη δόξα θ’ απομείνει, με το δρόμο που πήρε. Αυτό δείχνει τουλάχιστο το ζώδιό του.

Έτσι είδα όλο το Μυθιστόρημα γαλλικά και συνεχάρηκα τον εαυτό μου που μπορεί να γράφει τόσο ωραία πράγματα. Άμα θα φτύσω πάλι μερικά βαρέλια αίμα, θα γράψω ένα σκατουλάκι βιβλιαράκι, που θα τυπωθεί με άπειρο γούστο, θα έχει 37½ αναγνώστες και θα προκαλεί το θαυμασμό ορισμένων κυριών…

Μοίρα των ποιητών. Αν είχα μαλλιά, η μοίρα μου θα ήταν ν’ ανεμίζω τα μαλλιά μου στον αέρα και να βρουχιέμαι. Τώρα όμως που δεν έχω μαλλιά, τώρα που είμαι φαλακρός, θα πρέπει να πάρω την απόφαση μιας ταπεινότερης ειμαρμένης» (2.7.1937). Αν κάτι είναι αποκαλυπτικό εδώ, είναι αυτές οι ρωγμές ικανοποίησης και καλής διάθεσης, από τις οποίες εκβάλλει ο αυτοσαρκασμός και ένα χιούμορ που δεν συνηθίζουμε να συνδέουμε με τον σκυθρωπό, βαρύθυμο, εγκεφαλικό ποιητή.

Η παιγνιώδης διάθεση χύνεται ορμητικά στην επιστολή της 17.8.1937, όπου ο Γιώργος αφηγείται μια μέρα με την Κλέλια στον Βόλο σαν παρωδία του Μοναστηριού της Πάρμας του Σταντάλ, ενός μυθιστορήματος που αποτελεί σταθερά κώδικα επικοινωνίας των δύο αδελφιών.

Τις απόψεις του για το είδος του μυθιστορήματος θα της γράψει ο Γιώργος έναν μήνα αργότερα (12.9.1937): «…δεν καταλαβαίνω το μυθιστόρημα. Κάποτε μου μοιάζει σαν ένα από τα βιομηχανοποιημένα είδη της εποχής μας.

Τι μας αφήνει ένα μυθιστόρημα; Μας αφήνει, στις καλές του, τίποτε περισσότερο από ένα σύντομο ποίημα; Δεν φαντάζομαι, τότε γιατί τόσο μελάνι και τόσο χαρτί. Ξέρω, οι άνθρωποι τώρα χρειάζονται μία μηχανική απασχόληση – ας είναι και στο διάβασμα – για να σκοτώνουν τον καιρό τους· θέλουν πολλές σελίδες και πολλά faits-divers. Αλλά είναι λόγος αυτός;».

Η άγνωστη Ιωάννα

Αν είναι αποκαλυπτική αυτή η έκδοση, αυτό ισχύει ως προς το πρόσωπο που για την ώρα μένει σιωπηλό: την Ιωάννα. Κόρη, αδελφή, σύζυγος διανοουμένων και ισχυρών ανδρών, ποιήτρια και η ίδια, έχει μείνει στην ιστορία ως η αδελφή του Σεφέρη. Ωστόσο αυτός ο τόμος – και περισσότερο οι επόμενοι που θα ακολουθήσουν με την έκδοση και των δικών της επιστολών – φωτίζει μια προσωπικότητα που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο όχι μόνο στη ζωή του Σεφέρη (διαμεσολαβεί στις δύσκολες επαφές με τον πατέρα του ενώ στον κύκλο της και στο σπίτι της θα γνωρίσει ο Γιώργος τις γυναίκες που θα αγαπήσει).

Η κριτική και η βιογραφία δεν έχει ασχοληθεί επισταμένα με τον ρόλο αυτής της γυναίκας στα φιλολογικά πράγματα του Μεσοπολέμου που τόσο γλαφυρά περιέγραψε ο Θεοτοκάς στις Εποχές το 1964:

«Η Ιωάννα ξεπετάχτηκε γρήγορα στην αθηναϊκή κοινωνία, πολύ πριν από τ’ αδέλφια της. Με τη μελαχρινή ομορφιά της, τη χάρη της, την ευφυΐα της, την πλατιά μόρφωσή της, τους ενθουσιασμούς της, έγινε μία προσωπικότητα της νέας γενεάς. Ήταν περιζήτητη, τριγυριζότανε από ανθρώπους διαλεχτούς και φιλόδοξους που γύρευαν τη φιλία της, οργάνωνε ολοένα συναντήσεις και διασκεδάσεις, βοηθούσε σταδιοδρομίες. Ηταν σπουδαία υπόθεση, έναν καιρό, το να έχει κανείς την εύνοια της Ιωάννας Σεφεριάδη».

Οι μετεγχειρητικές επιπλοκές και το τέλος

Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται στον δωδεκαδάκτυλο. Θα πεθάνει από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20ης Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α’ Νεκροταφείο, μπροστά στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό).

Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Το Βήμα, το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη Επί Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και αποτελεί μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.

enimerotiko

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *