29/10/2020

Γεώργιος Σουρής : Ένας ξεχωριστός Ρωμιός

Σαν σήμερα, 26 Αυγούστου 1919, έφυγε από τη ζωή ο σατιρικός ποιητής, δημοσιογράφος και εκδότης Γεώργιος Σουρής (1853- 1919). Η εβδομαδιαία εφημερίδα «Ο Ρωμηός» που εξέδιδε τον έκανε γνωστό και άφησε εποχή με τα σατιρικά του ποιήματα. Η εφημερίδα «Ρωμηός» για πολλά χρόνια (1883 -1918), με μια μικρή διακοπή το πρώτο διάστημα, διαβαζόταν ασταμάτητα και οι απολαυστικοί στίχοι του Σουρή, που έθιγαν κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ήταν είδηση, κάθε εβδομάδα.

Γεννήθηκε το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει παπά. Όταν η οικογένειά του χρεοκόπησε, ο πατέρας του τον έστειλε υπάλληλο στο κατάστημα ενός θείου του σιτέμπορου στη Ρωσία. Ο Σουρής όμως, ξεκίνησε να γράφει κρυφά τους στίχους του στα κατάστιχα και μετά από δύο μήνες αποχώρησε. Όταν ήλθε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να πάρει πτυχίο μετά την απόρριψή του από τον καθηγητή του Σιμτέλο στο μάθημα της μετρικής, κατ΄ άλλους στα Λατινικά, γεγονός που του στοίχισε πολύ όπως διαπιστώνεται στους εκδικητικούς του στίχους. Για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.

Όπως σημείωνε τότε ο Σπύρος Μελάς, ο Σουρής είχε πλούσια πνευματικά προσόντα και πλούτο γνώσεων με συνέπεια να καταστεί εξαίρετος δημοσιογράφος της έμμετρης σάτιρας των γεγονότων της εποχής. Οι πρώτοι σατιρικοί του στίχοι δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά “Ασμοδαίος”, “Μή χάνεσαι” του Βλάση Γαβριηλίδη και «Ραμπαγάς».

Στις 2 Απριλίου 1883, σε ηλικία 30 ετών έβγαλε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του, [1] που ο Γεώργιος Δροσίνης τη βάφτισε «Ο Ρωμηός», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει, στη μετρική. Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως τις 17 Νοεμβρίου 1918 (τελευταίο φύλλο), λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα. Το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, σε έμμετρη απόδοσή του. Έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες, οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής.

Η βασίλισσα Όλγα ως άτομο απολυταρχικής νοοτροπίας και αντισυνταγματικών πεποιθήσεων, εξαπέλυσε δίωξη εναντίον του ποιητή Γεωργίου Σουρή

Το έργο του χαρακτηριζόταν από την ποιητική του γονιμότητα και την πληθώρα των στίχων του. Έγραφε πάντα καλοπροαίρετα σχολιάζοντας το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς, χωρίς ωστόσο να βρίζει. Συχνά αυτοσαρκαζόταν και έξοχο δείγμα αυτοσαρκασμού είναι το ποίημα «Η Ζωγραφιά μου». Η γλώσσα του είναι μικτή. Χρησιμοποιεί πολύ τη δημοτική, αλλά συχνά στα ποιήματά του υπάρχουν αρκετές λόγιες λέξεις και φράσεις, για λόγους είτε μετρικούς είτε σατιρικούς. Είχε άλλωστε συγκρουστεί εντονότατα με τον Γιάννη Ψυχάρη και τους μαχητικούς δημοτικιστές των αρχών του 20ού αιώνα[3]. Βεβαίως, κάποιοι τον είπαν στιχοπλόκο και κατηγόρησαν το έργο του υποστηρίζοντας πως στερείται ποιητικής αξίας ή ότι είναι εντελώς επιφανειακό.

Ο Σουρής προτάθηκε 5 χρονιές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας:

To 1907, από 9 μέλη της Ένωσης Ελλήνων Καλλιτεχνών[4], τον καθηγητή Φιλολογίας και Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκη[5], τον Πρόεδρο της Βουλής Νικόλαο Λεβίδη με άλλους 100 βουλευτές
Το 1908 (η πρόταση του 1908 φέρει δυσανάγνωστη υπογραφή).
Το 1909, από τον Φιλολογικό Όμιλο Παρνασσό[8] και τους Δημήτριο Πατσόπουλο[9] και Παύλο Καρολίδη.
Το 1911, από την Ελληνική Φιλολογική Εταιρεία (με έδρα την Κωνσταντινούπολη)
Το 1912, ξανά από τον Γεώργιο Χατζιδάκη.

Ο Γ. Σουρής παντρεύτηκε το 1881, σε ηλικία 28 ετών την Μαρή Κωνσταντινίδη, από τη Χίο, του γένους Αργέντη Ροδοκανάκη, με την οποία και πέρασε μια ευτυχισμένη ζωή αποκτώντας πέντε παιδιά. Η γυναίκα του επέμενε πως είχε έξι, συμπεριλαμβάνοντας και τον σύζυγό της που “καθώς ήταν αδέξιος και ανέμελος” είχε πραγματική ανάγκη μητρικής στοργής και φροντίδας.

Ο Γ. Σουρής πέθανε το 1919 στο Νέο Φάληρο και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού. Από τα πέντε του παιδιά ο Κρίτων και η Αλεξάνδρα δεν απέκτησαν παιδιά. Η Έλλη (Μοσχονά) έζησε στην Αγγλία όπου απέκτησε τρία παιδιά, την Μαρί (άκληρη), τον Χαράλαμπο (άκληρος)και την Λητώ (Carathers) που απέκτησε μια κόρη (εν ζωή) την Jill που ζει στην Αγγλία. Η Ηρώ (Χαλμούκου) απέκτησε δύο παιδιά την Ναυσικά και τον Τάκη που δεν απέκτησαν παιδιά. Η Μυρτώ παντρεύτηκε τον Νικόλαο Δουμπιώτη (της οικογένειας των αγωνιστών από τα Δουμπιά Χαλκιδικής),τον μετέπειτα γνωστό Μακεδονομάχο Καπετάν Αμύντα (και μετέπειτα στρατηγό). Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ιωάννη και την Ελισάβετ. Ο Ιωάννης κατετάγη εθελοντής στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και “χάθηκε” στο Αλβανικό μέτωπο. Η Ελισάβετ (Γιαννακοπούλου) απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτριο και τον Νικόλαο. Και οι δύο ζουν στην Αθήνα και έχουν ο μεν Δημήτριος τρία παιδιά (Αλέξης, Φίλιππος, Βεατρίκη), ο δε Νικόλαος τρία παιδιά (Ελισάβετ, Σμαράγδα, Γεώργιος). Από τα τέκνα του Δημητρίου Γιαννακοπούλου ο Αλέξης έχει αποκτήσει τρία παιδιά, ο Φίλιππος ένα και η Βεατρίκη δύο. Τα τέκνα του Νικολάου Γιαννακοπούλου έχουν αποκτήσει, η Ελισάβετ δύο, η Σμαράγδα ένα και ο Γεώργιος ένα.

Ακολουθεί το σατιρικό ποίημα του Γεώργιου Σουρή, «Οι φόροι»:

Βάλετε φόρους, βάλετε εις την πτωχήν μας ράχη,

ποτίστε με το αίμα μας την άρρωστη πατρίδα

σεις το κρασί και τον καπνό που πίνετε μονάχοι

κι εμείς να σας κοιτάζομε με μάτι σαν γαρίδα

Βαριά φορολογήσετε και το νερό που τρέχει

βάλετε φόρους, βάλετε, η πλάτη μας αντέχει.

 

Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει

στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα

μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει

φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα

του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα

και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα.

 

Ο,τι κι αν τρώγουν οι πτωχοί το έθνος ας τα τρώγει

ό,τι κι αν πίνουν οι πτωχοί το έθνος ας τα πίνει

χορταίνετε σαν Λούκουλοι μ’ εμάς το σκυλολόγι

κι εμείς θα σας γνωρίζουμε γι’ αυτό ευγνωμοσύνη.

Τέτοιοι χωριάτες που ‘μαστε αντέχουμε εις όλα

και ούτε τόσον εύκολα τινάζουμε τα κώλα.

 

Πρέπει να είναι οι πολλοί πτωχοί και πεινασμένοι

και οι ολίγοι πάντοτε να βρίσκονται χορτάτοι

Πρέπει να στέκουν οι πολλοί στα σπίτια των κλεισμένοι

και οι ολίγοι να πηδούν επάνω στο παλάτι

Πρέπει ο κόσμος ο πολύς να δέχεται τα βάρη

κι ο λιγοστός επάνω του κανένα να μην πάρει.

 

Μ’ αυτόν τον νόμον έζησε ο κόσμος και θα ζήσει

τη δύναμή του προσκυνά η κάθε κοινωνία

Δεν ημπορεί καθένας μας βεβαίως να πλουτίσει

γιατί του κόσμου έπειτα χαλά η αρμονία

Φτώχεια και πλούτος – ζήτημα του καθενός αιώνος:

Ιδού το τέλος κι η αρχή του φοβερού αγώνος

 

Λοιπόν κανένας πρόστυχος κεφάλι μη σηκώσει

για τόσα νομοσχέδια μη βγάλει τσιμουδιά

Εις της πατρίδας τον βωμόν το αίμα του ας δώσει

χωρίς ν’ αφήσει στεναγμόν η μαύρη του καρδιά

Κι αν τώρα πάλι έπεσεν επάνω του ο κλήρος

Πρέπει και πάλι να φανεί γενναίος – μάρτυς – ήρως