25/01/2021

Γεώργιος Δροσίνης : “Ψυχή που ξέρει να πονεί ξέρει και να πεθαίνει” (Βίντεο)

Σαν σήμερα, 9 Δεκεμβρίου 1859, γεννήθηκε ο Γεώργιος Δροσίνης. Ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής στην ποίηση και της ηθογραφίας στην πεζογραφία. (Βίντεο από το μουσείο του Γεωργίου Δροσίνη)

Η πρώτη ποιητική του συλλογή Ιστοί Αράχνης σηματοδότησε την εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής ενώ το διήγημά του Χρυσούλα κέρδισε το πρώτο βραβείο στον πρώτο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Η Εστία» το 1883.

Γεννήθηκε σε ένα αρχοντικό της Πλάκας στην Αθήνα από γονείς Μεσολογγίτες. Ήταν γιος του Χρήστου Δροσίνη, που εργαζόταν ως ανώτατος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών και της Αμαλίας Πετροκόκκινου, της οποίας η οικογένεια είχε κατεβεί στην Αθήνα με τον Καποδίστρια. Η οικογένεια του Δροσίνη, εκτός από εύπορη ήταν και γνωστή για τη συνεισφορά της στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Παππούς του ήταν ο Γιώργης Καραγιώργης, που σκοτώθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου το 1826 ενώ ο προπάππος του ήταν ο Καπετάν-Αναστάσης Δροσίνης, γνωστός και ως ο Πρωτοκλέφτης των Αγράφων.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και μεταγράφηκε στη φιλοσοφική σχολή μετά από σύσταση του Νικόλαου Πολίτη. Το 1885 συνέχισε τις σπουδές του στην Ιστορία της τέχνης στο εξωτερικό, στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του Βερολίνου, στη Γερμανία,[1] χωρίς όμως να πάρει κάποιο πτυχίο. Επίσης ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών, μαζί με τους Νίκο Καμπά και Κωστή Παλαμά, που επιδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό τους λόγο και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού “Η Εστία”, το οποίο μετέτρεψε σε καθημερινή εφημερίδα το 1894. Παράλληλα με την λογοτεχνική προσφορά του, συνεισέφερε σημαντικά σε πολλούς τομείς της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της χώρας: ήταν γραμματέας του “Συλλόγου προς διάδοση ωφελίμων βιβλίων” που είχε ιδρύσει ο Δημήτριος Βικέλας από το 1899. Ιδρυτής του Ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδας το 1922, διευθυντής του Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας (1914-1920) και 1922-1923 και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926.

Το 1918 αγόρασε μαζί με τον αδελφό του το σπίτι του θείου τους Διομήδη Κυριακού στην Κηφισιά και από το 1939 έμενε μόνιμα στο οίκημα αυτό που είχε μετονομασθεί σε έπαυλη Αμαρυλλίδα. Έζησε εκεί τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής μέχρι το τέλος της ζωής του την 3 Ιανουαρίου 1951. Το σπίτι αυτό έχει αναπαλαιωθεί, είναι σήμερα ιδιοκτησία του Δήμου Κηφισιάς και στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς από το 1991 και το Μουσείο Δροσίνη από το 1997.

Στο μουσείο αυτό υπάρχει μέσα ολόκληρο το έργο του Δροσίνη και το οποίο περιλαμβάνει: Τις πρώτες εκδόσεις των βιβλίων του, Περιοδικά και λεξικά, προσωπικά αντικείμενα του ποιητή και πλούσιο λαογραφικό υλικό.

Τὰ πρῶτα γράμματα τὰ ἔμαθε στὸ σχολείο τῶν Καθολικῶν Καλογραιῶν καὶ κατόπιν στὸ Λύ­κειο Σουρμελῆ. Τελείωσε στὴν Βαρβάκειο Σχολὴ καὶ γράφτηκε στὴν Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπι­στη­μίου Ἀθηνῶν, τὴν ὁποία καί, μὲ προτροπὴ τοῦ Ν.Γ. Πολίτη, ἐγκατέλειψε γιὰ νὰ γραφεῖ στὴν Φιλο­σο­φι­κὴ Σχολὴ (1882) χωρὶς νὰ πάρει πτυχίο. Τὸ 1885 ὁ Δροσίνης μετέβη στὴν Γερμανία καὶ φοίτησε στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Λειψίας, ὅπου παρακολούθησε μαθήματα Ἀρχαίας  Ἑλληνικῆς Γραμ­­μα­τείας, Ξέ­νων Λογοτεχνιῶν καὶ  Ἱστορίας τῆς Τέχνης, χωρὶς καὶ πάλι νὰ πάρει πτυχίο.

Στὴν Ἀθήνα ἐγκαταστάθηκε ὁριστικὰ τὸ 1888, ὁπότε ἀνέπτυξε πολύπλευρη δρα­στη­ριό­τητα. Τὸν διέκρινε πάθος παιδείας, ἀγάπη πρὸς τὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν πρόοδο τοῦ Νέου Ἑλ­ληνισμοῦ, ἕνα πάθος ποὺ τὸ ὑπηρέτησε ὡς ἰσόβιος Γραμματεὺς τοῦ ΣΩΒ καὶ ὡς Γενικὸς Ἐπι­θε­ωρητὴς τῆς Δημοτικῆς  Ἐκπαιδεύσεως στὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας, ὅπου ὑπηρέτησε ἀπὸ τὸ 1908 ἕως τὸ 1926, μὲ μιὰ διακοπὴ δύο ἐτῶν, 1920-1922, καὶ βέβαια ὡς ἐκδότης περιοδικῶν, ἡμερολογίων καὶ ἐφη­μερίδων.

Στὸ πλαίσιο τοῦ ΣΩΒ δραστηριοποιήθηκε στὴν ὀργάνωση καὶ διεξαγωγὴ τοῦ «Πρώτου ἐν  Ἑλ­λάδι Ἐκ­παι­δευ­τικοῦ Συνε­δρίου» τὸ 1904 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἔλαβαν μέρος 1000 περίπου ἐκπαι­δευ­τικοί ἀπὸ τὸν κυρίως Ἑλλαδικὸ χῶ­ρο καὶ ἀπὸ τὸν μείζονα Ἑλληνισμό: ἀπὸ τὴν Μακεδονία, τὴν Θρά­κη, τὴν Ὀδησσό, τὴν Κωνσταντινούπολη, τὴν Σμύρνη, τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Κύπρο. Εἶ­ναι ἐπίσης ὁ εἰση­γη­τὴς τῆς ἵδρυσης Τεχνικῆς Σχολῆς καὶ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Δημήτριο Βικέλα συνέβαλαν στὴν ὑλο­ποίηση τῆς πρότασής του μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Σεβαστοπουλείου Ἐργατι­κῆς Σχολῆς (1908) μὲ δω­ρεὰ ποὺ ἐξασφάλισαν ἀπὸ τὸν Κ. Σε­βαστόπουλο. Ἀποφασιστικῆς σημα­σίας θεωρεῖται καὶ ἡ συμμετοχή του στὴν ἵδρυση τοῦ Οἴ­κου Τυφλῶν στὴν Καλλιθέα (1906).

Ἀπὸ τὴν θέση του στὸ  Ὑπουργεῖο Παιδείας συνέβαλε στὴν ὑλοποίηση τῆς ἰδέας τοῦ καθηγητῆ τῆς Γλωσ­σολογίας Γ. Χατζιδάκι γιὰ τὴν συγκρότηση καὶ ἔκδοση τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὸ 1926 πέρασε στὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Ἵδρυ­σε ἐπίσης τὸ Γραφεῖο Σχολικῆς  Ὑγιει­νῆς (1908). Τὸ 1914 μετακινήθηκε στὸ Γραφεῖο Γραμ­μά­των καὶ Καλῶν Τεχνῶν, ἀπ’ ὅπου συνέβαλε στὴν ἀνα­διορ­γάνωση τῆς Ἐθνικῆς Πινακοθήκης, τῆς Ἐθνι­κῆς Βιβλιοθήκης, τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους, στὴν ἵδρυ­ση νέων τοπικῶν Ἀρχείων, στὴν σύσταση Λαογραφικοῦ Ἀρχείου, στὴν ἀναδιάταξη τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου τῶν Κοσμητικῶν Τεχνῶν καὶ στὴν θέσπιση τοῦ Ἀριστείου τῶν Γραμμάτων καὶ Καλῶν Τεχνῶν.

Ἔντονη ἦταν η δραστηριότητα τοῦ Δροσίνη καὶ στὸν ἐκδοτικὸ τομέα. Ὑπῆρξε διευθυντὴς τοῦ σημαντικοῦ γιὰ τὰ νεοελληνικὰ γράμματα περιοδικοῦ Ἑστία, ἀπὸ τὸ 1888 ἕως τὸ 1894 (τὴν διετία 1888-1890 τὸ διηύθυνε ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Ν. Γ. Πολίτη) καὶ τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὸ 1895 περιῆλθε στὴν διεύθυνση τοῦ Γρ. Ξενόπουλου, ὁπότε καὶ σταμάτησε ἡ κυκλοφορία του. Τὸ 1890 ἐξέδωσε ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Δημ. Κακλαμάνο καὶ τὸν Θέμο Ἄννινο τὴν ἐφ. Τὸ Ἄστυ, ἀπ’ ὅπου, μέσα σὲ μικρὸ χρονικὸ διά­στη­μα, ἀναχώρησε καὶ τὸ 1894 ἵδρυσε τὴν ἐφ. Ἑστία (κυκλοφόρησε στὶς 6 Μαρτίου 1894), ἡ ὁποία ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1898 περιῆλθε στὰ χέρια τοῦ Ἀδώνιδος Κύρου καὶ λειτουργεῖ ἕως σήμερα. Τὸ ἔτος αὐτὸ ὁ Δροσίνης ἐξέδωσε ἕνα νέο περιοδικό, τὴν Ἐθνικὴ Ἀγωγή, προβάλ­λον­τας τὴν ἀνάγκη ἵδρυσης νέων σχολείων, τὸν διορισμὸ δα­σκάλων, τὴν ἀνα­νέωση τῶν σχολι­κῶν προγραμμάτων καὶ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῶν σχολείων μὲ ἐποπτικὰ μέ­σα. Ὁ Δρο­σί­νης ἐξέδωσε ἐπί­σης τὸ ἡμερολόγιο Νέα Ἑλλὰς (1894, 1896 ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Γ. Κασδόνη) καὶ τὸ μα­κρόβιο καὶ πολὺ ἀξιόλογο γιὰ τὰ περιεχόμενά του Ἡμερολόγιον τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος (1922-1936), ὅπου καὶ συνεργασίες σημαντικῶν λογίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Με­σοπολέμου. Συμμετεῖχε ἐπίσης στὴν ἔκδο­­ση τοῦ περιοδικοῦ Εἰκονογραφημένη τῆς  Ἑλλάδος (1925). Ἐπιμελήθηκε τὴν ἔκδοση τῶν Λόγων τοῦ Ἐπ. Δεληγιώργη τῆς περιόδου 1863-1877 (1880), τῶν Ἀπομνημονευμάτων τοῦ Συγγροῦ (3 τό­­μοι, 1908), τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Γ. Νάζου. Τὸ 1884 εἰσήχθη στὴ Μέση  Ἐκπαίδευση τὸ τρίτομο ἔργο του Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα γιὰ τὴν διδασκαλία τῆς Νεο­ελ­ληνικῆς Λογοτεχνίας. Τὸ 1926 διορί­σθη­­κε μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν μαζὶ μὲ τὸν Κωστῆ Παλαμᾶ καὶ ἄλλους.

Ὁ Δροσίνης στὸν χῶρο τῆς λογοτεχνικῆς δημιουργίας εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικοὺς ἐκ­προ­σώπους τῆς λεγομένης γενιᾶς τοῦ 1880. Καλλιέργησε τὸν ποιητικὸ καὶ τὸν ἀφηγηματικὸ λό­­γο. Ἔγραψε ἀπομνημονεύμα­­τα καὶ ἄρθρα σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες γιὰ τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὸν πολιτισμὸ (Ἀκρόπολις, Ἀθήνησι καὶ Ἑστία). Τὸ ἔργο του ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν ΣΩΒ, σὲ 12 τό­μους μὲ τὴν Φιλολογικὴ ἐπι­μέλεια τοῦ Γιάννη Παπακώστα. Στοὺς τρεῖς πρώτους τόμους ἐμ­πε­ριέ­χεται ἡ ποίηση (Ἱστοί ἈράχνηςΓαλή­νηΦωτερὰ ΣκοτάδιαΚλειστὰ ΒλέφαραΦευγάτα Χελιδό­νια κ.ἄ.), στοὺς ἑπόμενους τρεῖς ὁ ἀφηγηματικὸς λό­­γος (Ἀγροτικαὶ ἘπιστολαίἈμαρυλ­λίςΤὸ βοτάνι τῆς ἀγάπηςἜρση). Ἀκολουθεῖ τὸ ἀπομνημονευματικό του ἔργο (τόμ. 7ος καὶ 8ος) – ἕνα εἶ­­δος ἀναμνήσεων καὶ ἀναπαράστασης τῆς κοινωνικῆς καὶ πνευματικῆς ζωῆς ἀπὸ τὰ νεανικά του χρό­νια ἕως τὴν δεκαετία τοῦ 1940, ἡ ὁποία ἀποτυπώνεται καὶ στὰ χειρόγραφα ἡμερολό­γιά του, ποὺ δημοσιεύονται στὸν ἔνατο τόμο. Τοὺς ὑπόλοιπους τρεῖς τόμους συναπαρτίζουν ἐκλαϊ­κευ­τικὰ ἀναγνώ­σμα­τα μὲ τοὺς τίτλους Οἱ ΤυφλοίΤὸ ΨάρεμαΑἱ μέλισσαιΑἱ ὄρνιθες κ.ἄ., καθὼς καὶ διάφορα ἄρθρα καὶ συνεντεύξεις στὸν Τύπο.

Στὸ λογοτεχνικό του ἔργο ὁ Δροσίνης προσπαθεῖ νὰ συναιρέσει τὸ παραδοσιακὸ μὲ τὸ σύγ­χρονο. Στὴν ποίηση χειρίστηκε ἁπλᾶ ἐκφραστικὰ μέσα σὲ γλῶσσα δημοτικὴ καὶ μὲ θέματα τῆς κα­θημερινῆς ζωῆς, τὸν ἔρω­τα, τὴν φιλία, χωρὶς τὸν ρητορικὸ στόμφο τῆς παλαιᾶς Ἀθηναϊκῆς Σχο­λῆς. Στὸν χῶρο τῆς πεζογραφίας καλλιέργησε κυρίως τὸ εἰδύλλιο μὲ θέματα παρμένα ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς ὑπαίθρου, εἰδωμένα μὲ τὴν ματιὰ ἑνὸς συγγραφέα τοῦ ἀστικοῦ χώρου. Ὁ ποιητής, γράφει ὁ Παλαμᾶς, γαλήνιος στὴ σκέψη του καὶ χαριτωμένος στὴν πράξη του, δὲ βρίσκει τὴν ἀλήθεια ποὺ χρειάζεται παρὰ σ’ ἕνα μαζὶ καὶ κλασικὰ καὶ νεωτεριστικὰ εἰδυλλιακὸ πραγματισμό, ποὺ τοῦ φέρνει τὴν  Ἑλλάδα σ’ ἕνα φωτόλουστο νησὶ τοῦ Αἰγαίου μέσα σ’ ἕνα μῦθο δεξιώτατα πλεγμέ­νο, διπλοσαρκωμένη σὲ δύο πρόσωπα καὶ τοὺς χάρισε ὁ Θεὸς ὅλα τὰ χαρίσματα ψυχῆς καὶ μορ­φῆς.