29/11/2020

«Άξιον εστί»: Πώς γεννήθηκε το μνημειώδες έργο του ελληνικού πνεύματος

Στις 19 Οκτωβρίου 1964, στην σκηνή του θεάτρου Rex – Μαρίκα Κοτοπούλη, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ζωντανά το σημαντικότερο έργο στην ελληνική μουσική Ιστορία, το λαϊκό ορατόριο για βαρύτονο, λαϊκό τραγουδιστή, αφηγητή, λαϊκή ορχήστρα, συμφωνική ορχήστρα και χορωδία «Άξιον εστί».

Οι συντελεστές

Πώς επιλέχθηκαν οι φωνές που θα ερμήνευαν το «Άξιον εστί»; Ο Θεοδωράκης αφηγείται:

«Προσπάθησα να βρω μια χορωδία που να τραγουδά όσο γίνεται πιο απλά. Η Θάλεια Βυζαντίου κατενόησε ευθύς το έργο και την πρόθεσή μου αυτή. Ο Χορός ήταν ο οποιοσδήποτε. Ήταν οι φωνές οι συνηθισμένες, όταν τραγουδούσαν σε παρέες όλοι μαζί.

» Στα 1964 η φωνή του Μπιθικώτση βρισκόταν στον κολοφώνα της. Κάναμε αμέτρητες πρόβες στο γραφείο μου στη Νέα Σμύρνη, μαζί και οι τέσσερις πιστοί μουσικοί μου, ο Λάκης Καρνέζης, ο Κώστας Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Διδίλης και ο Βαγγέλης Παπαγγελίδης.

Από τη συναυλία του Λυκαβηττού το 1977-

»Ο βαρύτονος –τον αποκαλώ Ψάλτη- επιλέχτηκε μέσα από τους ηθοποιούς του χορού του ΑΙΑΝΤΑ, μιας και είχαμε συνεργαστεί και τους γνώριζα έναν-έναν. Διάλεξα τον Θόδωρο Δημήτριεφ και παράλληλα χρησιμοποίησα ολόκληρο το Χορό στις ομαδικές απαγγελίες που ηχογραφήθηκαν με την άμεση επίβλεψη του Ελύτη.

»Έμενε ο Αναγνώστης. Για μένα δεν υπήρχε δεύτερη σκέψη : Μάνος Κατράκης. Δεν θυμάμαι ποια ήταν τότε η άποψη του Ελύτη. Ίσως κι αυτός συμφώνησε απ΄την αρχή. Είχε και αυτός τις φιλίες και τις προτιμήσεις του. Κι ας μην ξεχνάμε πως ο Κατράκης τότε ήταν κόκκινο πανί. Πόσοι άλλοι άραγες ηθοποιοί και καλλιτέχνες είχαν πάει στο Μακρονήσι;

»Περάσαμε ώρες πολλές ο Ελύτης, ο Κατράκης κι εγώ, στο στούντιο της Κολούμπια, έως ότου βρεθεί το σωστό ύφος, που να ταιριάζει με την ποίηση αλλά και με τον γενικό ήχο του έργου».

Ξεπερνώντας το ένα εμπόδιο μετά το άλλο, που είχαν κυρίως να κάνουν με τη δυσπιστία των περισσότερων απέναντι στο εγχείρημα, ο Μίκης Θεοδωράκης μπαίνει στο στούντιο και ηχογραφεί με πληθώρα μουσικών και χορωδών το Άξιον Εστί. Οι πρώτες αντιδράσεις μόνο θερμές δεν ήταν.

«Μόλις τέλειωσε το μοντάζ του έργου, ο Τάκης Λαμπρόπουλος (σ.σ. διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας Columbia) πήρε ένα δίσκο-δείγμα να τον πάει στου Φλόκα, στο ιερατείο της διανόησης, όπου σύχναζε και ο Ελύτης.

»Είχε αγωνία να δει τι σκέπτονται, γιατί ο ίδιος, όπως φαίνεται, διατηρούσε πολλές αμφιβολίες. Γνώριζε άλλωστε από πρώτο χέρι τις αντίξοες συνθήκες εργασίας, που τόσο βάραιναν την τεχνική αρτιότητα του έργου.

»Φαίνεται πως η ακρόαση του δείγματος ήταν άκρως αρνητική. Δεν πρέπει να τον βγάλουμε, μου λέει. Όσοι τον άκουσαν, είπαν πως ο κόσμος θα γελάσει με το αποτέλεσμα.

»Πιο πολύ απ΄όλους, όπως ήταν φυσικό, είχε επηρεαστεί ο ίδιος ο Ελύτης, του οποίου η εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου και στο έργο κλονίστηκε.

»Όμως εγώ επέμενα. Έτσι φτάσαμε στο εξώφυλλο. Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε διαφορετική γνώμη ακούγοντας το δείγμα. Γνώμη που την εξέφρασε με τον θαυμάσιο πίνακα που του ενέπνευσε το έργο και που τον χρησιμοποιήσαμε για εξώφυλλο»

Αντίστοιχες δυσκολίες συνάντησαν και οι προσπάθειες του Μίκη Θεοδωράκη να παρουσιάσει ζωντανά το έργο στο ελληνικό κοινό.

Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Οδυσσέας Ελύτης υπέβαλαν πρόταση να παρουσιαστεί το Άξιον εστί, στο Ηρώδειο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών του 1964. Υπήρξαν όμως σθεναρές αντιρρήσεις από τη διοίκηση του Ε.Ο.Τ.  που είχαν να κάνουν με την εμφάνιση ενός λαϊκού τραγουδιστή, όπως ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στη σκηνή του Ηρωδείου.

Ασκήθηκαν μεγάλες πιέσεις στον Θεοδωράκη για να αντικαταστήσει τον Μπιθικώτση, ο συνθέτης όμως δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί. Αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος τα υπέρογκα έξοδα της παραγωγής και να παρουσιάσει το μουσικό του έργο στο θέατρο Ρεξ – Μαρίκα Κοτοπούλη. Η μεγάλη πρεμιέρα προγραμματίστηκε για τις 19 Οκτωβρίου.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 18.10.1964, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Οδυσσέας Ελύτης έδωσαν συνέντευξη τύπου.

 

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 17.10.1964, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

« ‘Έργο ποιητικό. Αυθύπαρκτο. Το ‘Άξιον εστί΄ – ποίηση αφιερωμένη στην ποίηση – είχε την καλή τύχη να μελοποιηθή από τον Θεοδωράκη’

» ‘Η καλή ποίηση εμπεριέχει μέσα της και την μουσική. Κι εκείνος που θα την μελοποιήση δεν έχει παρά να την τοποθετήση στη μουσική. Το ίδιο συνέβη και με το «Άξιον εστί» του Οδυσσέα Ελύτη…Το έλαβα στο Παρίσι την άνοιξη του ΄61, δώρο ευγενικό του ποιητή. Το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα και τα δύο πρώτα μέρη: Τη Γέννηση και τα Πάθη. Στο ποίημα ενυπήρχε ήδη η μουσική…’

»Έτσι παρουσίασαν το ‘Άξιον εστί’  οι δύο δημιουργοί του – ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Μίκης Θεοδωράκης – στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου. Τους ένωσε σε μια κοινή προσπάθεια τριών χρόνων και πλέον, που ήδη πλησιάζει στο τέρμα της: Επιτέλους το αθηναϊκό κοινό θα γνωρίση το έργο χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία»

Ο Οδυσσέας Ελύτης είχε ήδη από τότε αντιληφθεί τη μεγαλειώδη σημασία που θα είχε αυτό το έργο: « Έκείνο που πρέπει να πω είναι ότι το «Άξιον εστί» δεν γράφτηκε με την πρόθεση να μελοποιηθή. Το κουράγιο του Μίκη Θεοδωράκη να γράψη μουσική σε έργο που η δυσκολία του στίχου είναι τεράστια, αποτελεί σταθμό στην ελληνική μουσική. Η αρχιτεκτονική της μουσικής του ακολουθεί τόσο πιστά την αρχιτεκτονική του κειμένου που εγώ απόρησα».

Ο Θεοδωράκης  αναφέρθηκε και στα εμπόδια που συνάντησε:

«Επιτέλους το ‘ Άξιον εστί’ θα ανεβασθή στην Αθήνα! (…) Υπήρχε η περίπτωση το έργο μου αυτό να μην πρωτοπαρουσιασθή στην πατρίδα μου. Είναι να αηδιάζη κανείς με την κατάσταση που επικρατεί  εδώ.

»Να ζητάς αίθουσα για να κάνης δοκιμές και να μη βρίσκης. Να σου παραχωρούν τελικά μια γωνίτσα στον ‘Παρνασσό’ και μετά από δύο ώρες πρόβα να παρουσιάζεται ο πρόεδρός του και να σου λέη: ‘Το έργο είναι υπόπτο και να σταματήσουν  οι δοκιμές’ είχα απογοητευθή τόσο πολύ που λίγο ακόμη και θα έπαιρνα το αεροπλάνο να παώ στη Σόφια ή κάποιυ αλλού να παρουσιάσω το έργο μου. Ήθελα όμως να δοθή η παγκόσμια πρεμιέρα του στην πατρίδα μου».

Πηγή: in.gr